Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΦΑΣΙΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΥΝΑΜΩΜΑ ΤΟΥ

Εισαγωγή στην αναδημοσίευση ενός παλιότερου κειμένου της Νέας Ανατολής για τη δίκη της “17Ν” και τον Κουφοντίνα

 

Αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα σημαντικό άρθρο της Νέας Ανατολής που είχε γραφτεί την 1/9/2003 (φ. 388) με το οποίο η ΟΑΚΚΕ ξεσκέπαζε το αντιδραστικό περιεχόμενο της γραμμής με την οποία ο ήρωας του «επαναστατικού» σοσιαλφασισμού Κουφοντίνας υπεράσπιζε τις δολοφονίες της «17Ν».

Δεκαπέντε χρόνια μετά αυτό το κείμενο- διατηρεί όλη του την αξία όχι μόνο σαν ένα κείμενο ενάντια στην 17 «Νοέμβρη», αλλά σαν ένα κείμενο ενάντια στο μόλις τότε σχηματιζόμενο μαζικό «κόμμα της 17Ν»*. Ονομάζαμε έτσι όλα τα κινήματα βίας των «εκπροσώπων του λαού» χωρίς το λαό και ενάντιά στο λαό, που ήδη υπήρχαν και βρήκαν στον Κουφοντίνα τον ήρωα τους και τα οποία μοιραία θα επικρατούσαν - ιδιαίτερα μέσα στον εξαρχειώτικο ψευτοαναρχισμό και σε τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής ψευτοαριστεράς- ύστερα από την πολιτική νίκη που έδωσε στους δολοφόνους σύσσωμο το διακομματικό πολιτικό σύστημα κορυφής, καθώς στη δίκη της «17Ν» απέτρεψε οποιαδήποτε πάλη ενάντια στη βαθιά αντιλαϊκή, φασιστική και φιλο-ιμπεριαλιστική πολιτική της στο όνομα του ότι οι φονιάδες ήταν απλά ποινικοί κατηγορούμενοι και η δίκη τους μια καθαρά ποινική δίκη. Η αιτία γι αυτή τη στάση του αστικού πολιτικού κόσμου ήταν, όπως γράφουμε και στο παρακάτω άρθρο, ότι στην περίπτωση που τα θύματα και οι συνήγοροί τους τολμούσαν να αγγίξουν το πολιτικό περιεχόμενο των επιχειρημάτων των δολοφόνων θα έπεφταν πάνω στην πολιτική γραμμή του ψευτοΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, των παπανδρεο-λαλιωτικών του ΠΑΣΟΚ και των καραμανλικών (του ανηψιού) της ΝΔ, δηλαδή πάνω στην κυρίαρχη, στην ουσία ρωσόδουλη καθεστωτική γραμμή.

Σήμερα έχει αποδειχθεί ότι τα πολιτικά φιλο17νοεμβρίτικα βίαια κινήματα των «εκπροσώπων του λαού» χωρίς το λαό, είναι μηχανισμοί κρατικής βίας με πιο χαρακτηριστικό αυτό του Ρουβίκωνα, που διεκπεραιώνει ως και καίρια διπλωματικά καθήκοντα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ εισβάλλοντας, ακόμα και σπάζοντας πρεσβείες άλλων χωρών ή επιτιθέμενο στο ίδιο το ΥΠΕΞ (όπου προανήγγειλε και την πτώση Κοτζιά). Τέτοια κινήματα βίας «εκπροσώπων του λαού» χωρίς το λαό είναι και τα πιο περιστασιακά, που οργανώνονται από τα ρωσόδουλα κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ-ΛΑΕ) χωρίς να έχουν πίσω τους πραγματικά κάποια αντίστοιχα μαζικά κινήματα (πχ δανειοληπτών) και κάποιες οργανωμένες λαϊκές πρωτοβουλίες με δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αυτά τα τελευταία κινήματα επιτελούν κρατικές και τα τελευταία χρόνια συγκαλυμμένες κυβερνητικές αποστολές χτυπώντας ανενόχλητα συγκεκριμένα τμήματα του κεφάλαιου που θέλει να ελέγξει το πολιτικό καθεστώς. Τέτοιο ήταν το κίνημα «δεν πληρώνω» που στην πράξη χτυπούσε συγκεκριμένους κατασκευαστικούς ομίλους και γι αυτό συγκεκριμένους αυτοκινητοδρόμους (δες http://oakke.gr/na465/diodia465.htm), στους οποίους δεν ανήκαν (και γι αυτό καθόλου ή ελάχιστα ενοχλήθηκαν) οι βασικοί αυτοκινητόδρομοι του Μπόμπολα. Τέτοιο είναι και το φιλοκυβερνητικό στην ουσία του κίνημα κατά των πλειστηριασμών υπό την ηγεσία της ΛΑΕ, που σε κρίσιμες στιγμές έγινε σε συνεργασία με το ψευτοΚΚΕ, και έχει σαν ανομολόγητο στόχο του να επιταχύνει τη νέα χρεωκοπία-ανακεφαλαιοποίηση και τον οριστικό έλεγχο των τραπεζών από το ανατολικό πολιτικό μπλοκ και γι αυτό στράφηκε αποκλειστικά ενάντια στους τραπεζικούς πλειστηριασμούς - και μάλιστα χαρακτηριστικά ενάντια και σε αυτούς των πλούσιων ιδιοκτητών - και όχι και για να θέσει θέμα ενάντια στις πολλαπλάσιες κατασχέσεις από το κράτος των σπιτιών και κυρίως των τραπεζικών λογαριασμών των φτωχομεσαίων στρωμάτων. Είμαστε σίγουροι ότι όταν οι τράπεζες βρεθούν στα «κατάλληλα» τελικά χέρια, τότε τα εκπλειστηριασμένα σπίτια των φτωχών θα πουληθούν χωρίς εμπόδια στους νέους καθεστωτικούς μαυραγορίτες, ντόπιους και αποικιοκράτες, για μια μπουκιά ψωμί. Τίποτα δεν προϊδεάζει καλύτερα για αυτήν την εξέλιξη από το πόσο απότομα και πόσο απόλυτα εξέπνευσε κάθε κίνημα ενάντια στα διόδια και τις νέες αυξήσεις τους μόλις οι νέοι αυτοκινητόδρομοι ήρθαν στα χέρια των φιλο-συριζαίων κρατικοολιγαρχών.

Όλα αυτά τα κινήματα προσπαθούν να βρουν τη λαϊκή τους νομιμοποίηση και το δημοκρατικό άλλοθι τους ακριβώς τη στιγμή της ποινικής τους δίωξης από το κράτος, ένα κράτος του οποίου αποτελούν τον πιο σκληρό και ανερχόμενο πυρήνα. Στην πραγματικότητα η όποια ποινική τους δίωξη ικανοποιούσε κιόλας από την εποχή της «17Ν» και ικανοποιεί ακόμα μόνο μια ανάγκη του κρατικού μηχανισμού που τους διώκει: Να καθησυχάσει τα ξένα κράτη καθώς και τους αντίπαλους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς μέσα στα οποία το ελληνικό κράτος πραγματοποιεί εισοδισμό για λογαριασμό των νεοχιτλερικών αφεντικών του. Αυτός είναι ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο διώκεται ξαφνικά δικαστικά, αλλά υποστηρίζεται διακομματικά ως τάχα πολιτικά διωκόμενος, ο δουλικότερος όλων των ρωσόδουλων πραξικοπηματίας Λαφαζάνης καθώς είναι απαραίτητο στην κυβέρνηση Τσίπρα να αποδείξει στους δανειστές ότι θέλει στ αλήθεια να προχωρήσουν οι πλειστηριασμοί προκειμένου να αποσπάσει από το Ευρωγκρούπ τις προεκλογικές ελαφρύνσεις που θέλει.

Ανάλογης φύσης είναι και ο λόγος για τον οποίο το σύμβολο-ήρωας όλης αυτής της κρατικής-παρακρατικής βίας, ο Κουφοντίνας αποφυλακίζεται σήμερα μόνο σε δόσεις και με κλιμακωτά βελτιούμενες συνθήκες κράτησης και όχι απότομα, δηλαδή μόνο σε όσο βαθμό σταθεροποιείται η εξουσία της ρωσόφιλης κλίκας Τραμπ στις ΗΠΑ και βέβαια όσο ανεβαίνουν και όσο σταθεροποιούνται στις κυβερνήσεις- αν και όχι ακόμα στην εξουσία- ο ένας μετά τον άλλο οι δεξιοί ή «αριστεροί» ομοϊδεάτες του στην Ευρώπη. Μιλάμε για «αριστερούς» ομοϊδεάτες του Τραμπ αναφερόμενοι ακριβώς στους σοσιαλφασίστες όλου του κόσμου, που όσο και να εμφανίζονται αντίθετοι του Τραμπ σε επιμέρους σημεία της πολιτικής του, ταυτίζονται μαζί του στην κεντρική του γραμμή που είναι η υποστήριξη της πουτινικής Ρωσίας και ο δικός της φασιστικού τύπου αντιευρωπαϊσμός.

Επειδή στην Ελλάδα ειδικά ο σοσιαλφασισμός κατέχει ήδη σαν κυβέρνηση το μεγαλύτερο κομμάτι της κρατικής εξουσίας, ενώ του υπολείπεται ο πλήρης έλεγχος της δικαστικής εξουσίας και των τηλεοπτικών καναλιών, οι διάφοροι Ρουβίκωνες, τα πιο σπασιματζίδικα κομμάτια του εξαρχειώτικου αναρχισμού, τα κινήματα της ΛΑΕ, και ο Κουφοντίνας είναι ήδη αναπόσπαστα και μάλιστα σημαντικά κομμάτια αυτής της εξουσίας, η οποία δεν μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά δίχως να έχει στο πλάι της και μια «μη επίσημη» κρατική βία. Όσο η πολιτική γραμμή αυτών των αποσπασμάτων δεν αποκαλύπτεται ότι είναι η κυρίαρχη κρατική-κυβερνητική και συχνά η εθνική γραμμή και δεν αποκαλύπτεται σαν βαθιά αντιλαϊκή, κάθε ποινική τους δίωξη και κάθε κρατική καταστολή τους αποτελεί μόνο υποκριτική κάλυψη του καθεστώτος που υπηρετούν. Μόνο σαν ελεύθεροι και αθώοι αυτοί οι τραμπούκοι αποκαλύπτουν προς τα έξω και ιδίως στο λαό το βίαιο χαρακτήρα και την πολιτική ενοχή του πολιτικού καθεστώτος που πιστά υπηρετούν, πράγμα που μπορεί να αφυπνίσει το λαό ως προς την αληθινή φύση αυτού του καθεστώτος.

Άλλωστε κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους ναζήδες δολοφόνους και κανίβαλους ρατσιστές της ΧΑ. Αυτοί όντας ελεύθεροι και μέσα στη Βουλή και μάλιστα τιμώμενα πρόσωπα που βγάζουν διαγγέλματα κτηνωδίας στον ελληνικό λαό στις εθνικές παρελάσεις αποκαλύπτουν όσο τίποτα άλλο στους έλληνες δημοκράτες και σε όλη την οικουμένη την κρυφοφασιστική φύση όλου του επίσημου πολιτικού καθεστώτος. Μάλιστα αποδεικνύουν περίτρανα ότι αυτό το καθεστώς είναι ενιαίο και όχι διασπασμένο σε τάχα διεθνιστές σαν αυτούς του ΣΥΡΙΖΑ και τάχα πατριώτες σαν αυτούς της ΝΔ στο βαθμό που και οι μέν και οι δε συντάσσονται με τους ναζήδες της ΧΑ, καλύπτοντας με τη φριχτή σιωπή τους τη βία που αυτοί ασκούν ατιμώρητα κάθε τόσο και μάλιστα άσκησαν και πριν λίγες μέρες σε βάρος ενός «ακατονόμαστου» κομματιού του λαού, των εθνικά μακεδόνων (δες άρθρο μας και καταγγελία σε αυτό το φύλλο της Νέας Ανατολής). Η διαφορά μεταξύ των ναζήδων ωστόσο και των σοσιαλφασιστών δολοφόνων είναι η εξής: ότι οι ναζήδες έχουν αποκαλυφθεί στις πλατιές μάζες από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο σαν άνθρωποι της κτηνωδέστερης πολιτικής και κοινωνικής αντίδρασης, οπότε η φυλάκισή τους ή γενικότερα η θέση τους εκτός νόμου μπορεί να στηρίζεται κύρια σε εκείνη την πολιτική εμπειρία των μαζών χωρίς να είναι τόσο απαραίτητη η αποκάλυψη της τωρινής πολιτικής και ιδεολογικής γραμμής τους. Αντίθετα η οποιαδήποτε ποινική δίωξη των σοσιαλφασιστών που δεν συνοδεύεται από την αποκάλυψη του καθεστωτικού, κρατικο-κυβερνητικού και μάλιστα αστικού-ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της γραμμής τους, αλλά αντίθετα συνοδεύεται από την έμμεση ή και ανοιχτή υποστήριξη αυτής της γραμμής, οδηγεί στο πολιτικό τους δυνάμωμα, δηλαδή στο δυνάμωμα της βίας τους.

Επιπλέον συμβαίνει ο σοσιαλφασισμός να εμφανίζεται σαν ο δήθεν αντίποδας του φασισμού, δηλαδή σαν το δήθεν άλλο άκρο του. Όμως το ότι αποτελούν το ίδιο δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος αποδεικνύεται από τα αυξανόμενα και κοινά λυσσασμένα χτυπήματα τους στον αστικό δημοκρατισμό, που κύρια εξαιτίας τους και δευτερευόντως εξαιτίας του χαρακτήρα της υπόλοιπης αστικής τάξης, ξεψυχάει. Δεν θα αργήσουν και τα κοινά χτυπήματα σε εδάφη που ως τώρα ήταν της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των κλασικών φασιστών. Μετά από τη θερμή αναφορά των φιλο-17Ν «Πυρήνων της Φωτιάς» στον αρχιναζιστή σε προκήρυξή τους (http://oakke.gr/esoteriki-politiki/item/98-) πριν μερικά χρόνια ήρθε και η απροσδόκητη για όσους δεν ξέρουν την αντισημιτική εθνικιστική ιδεολογία της «17Ν» αναφορά του πολιτικά δραστήριου γιου του Κουφοντίνα για το πρόβλημα που αποτελούν οι γειτονιές με τους μετανάστες! (https://thecaller.gr/callers-choice/o-ektoras-koufontinas-iperaspizetao-osous-den-theloun-metanastes-gia-geitones/).

Ήδη η περυσινή επιβολή του «νόμου και της τάξης» από τα φιλο17νοεμβρίτικα εξαρχειώτικα και «αριστερά» εξωκοινοβουλευτικά ρεύματα στην κατά τα άλλα τυχοδιωκτική, παιδαριώδη αν και αντισοσιαλφασιστική στις διακηρύξεις της κατάληψη που κάνανε στο Πολυτεχνείο κάποια άλλα ρεύματα του αναρχισμού, σε συνδυασμό με το προβοκατόρικα, κρατικά υπερδιογκωμένο τελευταία εγκληματικό λούμπεν του κέντρου της Αθήνας, μας δημιουργεί την ανησυχία ότι ετοιμάζεται από το καθεστώς ένα επίκινδυνο δυνάμωμα των κινημάτων «νόμου και τάξης» φασιστικού ή και εθνομπολσεβίκικου τύπου, ιδιαίτερα ένα δυνάμωμα της «ΧΑ».

* Θα συστήναμε στους αναγνώστες μας να διαβάσουν ένα επίσης πολύ σημαντικό κείμενο που γράφτηκε την εποχή της «εξάρθρωσης» της 17Ν στο φ. 384, 13 Νοέμβρη 2002, που είχε σαν τίτλο την επιβεβαιωμένη πια από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διαπίστωση: «οι εκτελεστές στη φυλακή, η πολιτικής της «17Ν» στην εξουσία»-

 

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ

 

Το κόμμα των φίλων της «17Ν» όπως έχουμε ξαναγράψει, γεννήθηκε μόλις ολοκληρώθηκαν οι συλλήψεις του πακέτου των φονιάδων που παραδόθηκε στις ΗΠΑ, δηλαδή μόλις παραδόθηκε ο Κουφοντίνας και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τότε άρχισαν οι διαδηλώσεις συμπαράστασης στους “πολιτικούς” κρατούμενους και τότε το σοσιαλφασιστικό καθεστώς άρχισε τις πολύμορφες επιθέσεις του στους δημοσιογράφους, στους δικηγόρους και στις εφημερίδες που κατήγγειλαν τη «17Ν». Η απολογία του Κουφοντίνα στο δικαστήριο θα είναι από δω και μπρος το μανιφέστο αυτού του κόμματος. Ο άνθρωπος αυτός του παρακράτους και μαζικός δολοφόνος σαν απολογία του διάβασε ένα κείμενο που πάνω του θα πρέπει να έχει σκύψει με μεγάλη προσοχή το σοσιαλφασιστικό επιτελείο που καθοδηγεί τη «17Ν».

 

Μια πλατφόρμα για τους ευνουχισμένους μικροαστούς και το λούμπεν προλεταριάτο

Ο Κουφοντίνας είπε αυτό που ήθελε να ακούσει κατ’ αρχήν όλη αυτή η πολιτικά δραστήρια ριζοσπαστικοποιημένη μικροαστική και λούμπεν προλεταριακή μάζα που επανδρώνει τη σοσιαλφασιστική βία “χαμηλής έντασης”, και η οποία ξεκινάει από τον εξαρχειώτικο αναρχισμό των σπασιμάτων και περνώντας από το «Δίκτυο» και τη Γένοβα φτάνει ως τα μλ. Πρόκειται για όλο αυτό το δίχως αρχές συρφετό που αυτοπροσδιορίζεται σαν επαναστατικός χώρος ή ακόμα περισσότερο σαν επαναστατική αριστερά. Ακόμα περισσότερο όμως είπε αυτά που ήθελε να ακούσει ένα μέρος από την πλατιά μικροαστική μάζα και δευτερευόντως ένα τμήμα από την λούμπεν προλεταριακή ή δίχως συνείδηση προλεταριακή μάζα που δεν κατεβαίνει ποτέ στον δρόμο, που δεν σπάει, που δεν κλείνει δρόμους, πύλες εργοστασίων και καταπέλτες πλοίων και που δεν συμμετέχει στις τελετές της Γένοβας. Μιλάμε για ένα πλήθος που πάντα υποστήριζε τη «17Ν» γιατί αυτή συγκέντρωνε πάνω της δύο ακαταμάχητα στοιχεία:

Πρώτο, διέθετε την πολιτική πλατφόρμα της συντριπτικής πλειοψηφίας του έθνους, την πλατφόρμα της πλειοψηφίας του καθεστώτος, δηλαδή τον αντιαμερικανισμό και τον αντιδραστικό αντικαπιταλισμό αφού ποτέ της δεν είπε τίποτα παραπάνω ενάντια στους Αμερικανούς και τον καπιταλισμό από ότι είπαν ο Α. Παπανδρέου, ο Σημίτης, η Παπαρήγα και ο Κωνσταντόπουλος.

Δεύτερο, εξασκούσε την πιο ακραία μορφή βίας ενάντια στους δύο παραπάνω επίσημους κύριους εχθρούς του έθνους και του λαού.

Ο ευνουχισμένος μικροαστός, με κεντρικό του πρόσωπο εκείνο του δημόσιου υπάλληλου παράσιτου, δεν θέλει ποτέ να ταυτιστεί με τους μικροσπασιματίες των Εξαρχείων και δεν τον εμπνέουν καθόλου τα γκαζάκια που αυτοί εκσφενδονίζουν συχνά ενάντια και στους μικρομεσαίους. Ούτε καλύπτεται από μια «επαναστατική» εξωκοινοβουλευτική αριστερά που διαισθάνεται ότι είναι το θορυβώδες σκυλί του Περισσού το οποίο ποτέ δεν θα ξεπεράσει το αφεντικό του στη βία στους δρόμους και στα υπουργεία. Αυτός ο κοινωνικός τύπος θέλει να ταυτιστεί με κάτι ανώτερο από όλους αυτούς, κάτι που τον βγάζει από την καθημερινή του μικρότητα, ρουτίνα και υποταγή, και το οποίο ταυτόχρονα τον απαλλάσσει εντελώς από την υποχρέωση να κάνει πράξη την πολιτική του απέχθεια στους επίσημους εχθρούς «του λαού και του έθνους».

Η βία της «17Ν» είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται αυτός ο κοινωνικός και πολιτικός τύπος. Γιατί όχι μόνο είναι η πιο ακραία βία που διατίθεται στην πολιτική σκηνή, αλλά είναι και η μόνη στην οποία αυτός έχει το άλλοθι ότι δεν συμμετέχει επειδή δεν του επιτρέπεται η πρόσβαση. Γιατί η «17Ν» δεν είναι παλιές “Ερυθρές Ταξιαρχίες», δηλαδή ένα μαζικό κόμμα βίας που ζητάει και επιδιώκει να οργανώσει τους συμπαθούντες του. Ένα τέτοιο κόμμα θα έβαζε ηθικά διλήμματα στον μικροαστό μας και τελικά, εφόσον αυτός αρνιόταν να οργανωθεί θα τον συνέτριβε σαν κατά φαντασία επαναστάτη. Η «17Ν» αντίθετα σαν παρακρατική, κλειστή οργάνωση έχει το μοναδικό πλεονέκτημα σε σχέση με τη βία τύπου παλιών Ερυθρών Ταξιαρχιών ότι δεν επιδιώκει να είναι μαζική. Μάλιστα καλεί τους συμπαθούντες της να μην την ακολουθήσουν γιατί τάχα αυτοί δεν ξέρουν ποιους και πότε να χτυπήσουν. Σε προκήρυξη απάντηση στον δημοσιογράφο της Ελευθεροτυπίας Βότση με ημερομηνία 12.3.1988, αναφέρει συγκεκριμένα σχετικά με τη δράση της: <<Αυτές οι ενέργειες δεν μπορούν να γίνουν από το αυθόρμητο μαζικό κίνημα παρότι αυτό χρησιμοποιεί διάφορες μορφές βίας, όπως δεν μπορούσε να φτάσει στις εκτελέσεις των βασανιστών, παρότι αυτές έβγαιναν από τις αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις και τα συνθήματα (Φόλα στο σκύλο της ΕΣΑ, Δώστε τη χούντα στο λαό κ.λπ.) και τις επιδοκίμασε με ενθουσιασμό όταν έγιναν. Γιατί αυτές βρίσκονται ένα βήμα πιο ψηλά, όχι μόνο υλικά επιχειρησιακά οργανωτικά, αλλά κυρίως πολιτικο-ιδεολογικά. Πρέπει να επιλεγούν πολιτικά από τα πριν, λαβαίνοντας υπόψη μια σειρά από άλλους πολιτικούς παράγοντες όπως οι άμεσες υλικές συνέπειες, ο γενικότερος πολιτικός αντίκτυπος των παραπάνω συνεπειών, η πολιτική συγκυρία, και αυτό δεν μπορεί παρά νάναι αποτέλεσμα οργανωμένης με την ευρύτερη παραπάνω έννοια και συνειδητής δουλειάς, δηλαδή να αφορά τις οργανώσεις λαϊκής βίας… Βλέπουμε λοιπόν ότι εμείς όχι μόνο δεν λέμε ότι επιδιώκουμε να μας μιμηθεί ο κόσμος, αλλά αντίθετα λέμε ότι τέτοιες ενέργειες δεν μπορεί να τις κάνει ο λαός μόνος του, παρότι το θέλει. Για να πραγματοποιηθούν χρειάζονται οργανώσεις που θα τις αναλάβουν, και αυτό ακριβώς έγινε: 17Ν, Ιούνης 78, Αντικρατική Πάλη, 1η Μάη>>. (Από το βιβλίο των εκδόσεων Κάκτος που έχει συγκεντρωμένες τις προκηρύξεις της 17Ν. Οι υπογραμμίσεις με μαύρα γράμματα δικές μας).

Ο πλατύς οπαδός της «17Ν» είναι ένας ήσυχος στη συνείδησή του «επαναστάτης δι’ αντιπροσώπου». Αυτόν θέλει να εκπροσωπήσει πολιτικά και ύστερα να αξιοποιήσει σαν συμπαθούντα του κόμματος των φίλων της «17Ν» ο Κουφοντίνας.

Αυτή η «επανάσταση δι αντιπροσώπου» ειδικά στον έλληνα μικροαστό δεν είναι καθόλου άγνωστη. Αυτός περιμένει πάντα από μια ανώτερη δύναμη έξω από αυτόν και τους ομοίους του να τον σώσει από το μεγάλο δυτικού τύπου ντόπιο και διεθνές κεφάλαιο που τα θεωρεί την κύρια αιτία των προβλημάτων του. Και αυτή η δύναμη είναι το κράτος, το οποίο σαν κράτος αποκλειστικά εναντίον του φιλελεύθερου αστού δεν μπορεί παρά να είναι η πιο φασιστική πτέρυγα του κράτους.

Παρ’ όλο που ο μικροαστός μας ξέρει και βλέπει διαρκώς μπροστά του να είναι το ίδιο το σημερινό κράτος που τον καταπιέζει πιο πολύ από το κεφάλαιο σαν τέτοιο, ο μέσος οπαδός της «17Ν» πιστεύει ότι αυτό το κράτος ανήκει σήμερα στους βιομήχανους και στους Αμερικανούς, ακριβώς όπως τον διαβεβαιώνουν η Παπαρρήγα και τα «μλ».

Έτσι τελικά έχει τη μοίρα που του αξίζει. Οι “επαναστάτες” αντιπρόσωποί του της «17Ν» είναι και αυτοί απλά μια κρατική υπηρεσία, ή καλύτερα μια υπηρεσία του βαθύτερου κράτους που σε όλες τις εποχές είναι το παρακράτος.

Με αυτό που φάνηκε αρχικά σαν καταρρακτώδης και ολοκληρωτική σύλληψη και εξάρθρωση της «17Ν» ο μικροαστός μας έχασε το ηθικό του, όπως το έχασαν και τα μέλη της ΔΕΚΟ «17Ν», οι παρακατιανοί υπάλληλοι που πιάστηκαν πρώτοι και ξέρασαν και τη μάνα τους. Βλέποντας την καταβαράθρωση των ειδώλων του ο ριζοσπάστης μικροαστός μας έπεσε σε βαθιά μελαγχολία, πράγμα καταστροφικό για το σύνολο του σοσιαλφασισμού που κινδύνευε να χάσει την πιο λυσσασμένη του πτέρυγα. Γι αυτό έπρεπε να εμφανιστεί τελικά ένας «ήρωας» να σώσει την ιδεολογία της «17Ν», δηλαδή το σοσιαλφασισμό σαν τέτοιο.

Μόλις εμφανίστηκε ο Κουφοντίνας και είπε “εγώ είμαι η 17Ν και ζήτω η 17Ν”, και κυρίως μόλις φτιάχτηκε το μαζικό κόμμα των φίλων της «17Ν» και το καθεστώς έβγαλε την Κούρτοβικ στη ΝΕΤ δίπλα στον εθνικό συνταγματολόγο Τσάτσο για να καταγγείλουν τον «κιτρινισμό» του Τύπου που δεν ήταν τίποτα άλλο από την δραστήρια πολιτική καταγγελία της «17Ν», τότε άρχισε το αντίθετο, το πραγματικό πογκρόμ, και τότε ο μικροαστός μας ευνούχος αναθάρρησε και απόκτησε όχι απλά τον παλιό του όγκο, αλλά έναν πολλαπλάσιο. Γιατί μπορεί ο εκπρόσωπός του ο Κουφοντίνας να ήταν στη φυλακή, αλλά ο μικροαστός μας διαισθάνθηκε αμέσως, ευαίσθητος καθώς είναι στην παραμικρή αλλαγή του πολιτικού κλίματος, ότι η πολιτική του και κυρίως το κόμμα του, μαζικό πια όσο ποτέ άλλοτε, ήταν στην εξουσία.

Σε αυτή τη μάζα, λοιπόν, το πολιτικό καθεστώς μέσω του αρχιδολοφόνου απευθύνει διάγγελμα για το οποίο προηγούμενα έχει εξασφαλίσει τη μέγιστη δημοσιότητα. Όλα τα κανάλια αναγγέλλουν από μέρες πότε θα γίνει η απολογία Κουφοντίνα, ενώ η πλατειά εφημερίδα του καθεστώτος, η Ελευθεροτυπία που εξελίσσεται στο βασικό ΜΜΕ εργαλείο του σοσιαλφασισμού, διαθέτει στην απολογία του 5 ολόκληρες σελίδες, εκεί που στην πολιτική αγωγή και στους μάρτυρες των θυμάτων δεν έδωσε ουσιαστικά ποτέ το λόγο. Μέσα σε αυτό το κλίμα οι πολιτικά δραστήριοι μικροαστοί του κόμματος, εκείνοι δηλαδή που είχαν κρυφτεί για όλο το κρίσιμο διάστημα όπου πραγματοποιούνταν οι συλλήψεις και οι υπάλληλοι της «17Ν» κάρφωναν ο ένας τον άλλον, μαζεύτηκαν στο δικαστήριο και αποθέωσαν τον πολιτικό ηγέτη τους, μόλις αυτός ολοκλήρωσε την ανάγνωση του διαγγέλματος.

Ας δούμε λοιπόν τι είναι στα βασικά του σημεία αυτό το κείμενο το οποίο η πολύ μεγαλοαστική Ελευθεροτυπία έχει στείλει κάτω από το προσκέφαλο του κάθε ανήμπορου μικροαστού που ονειρεύεται την εκδίκησή του ενάντια στον μεγαλοαστό που δεν μπορεί να είναι.

 

Η δικαιολόγηση της ποσότητας της δολοφονικής βίας με τα επιχειρήματα του νόμιμου σοσιαλφασισμού

Σε γενικές γραμμές είναι ένα φλύαρο κείμενο γεμάτο από τα στερεότυπα του κνιτισμού που όμως είναι καλά διατυπωμένο για να χτυπάει στο συναίσθημα.

Σε αυτό το κείμενο το κόμμα της «17Ν» μιλάει στο ρυθμό και στο πνεύμα της εποχής με εκείνον τον αδίστακτο οππορτουνισμό που χαρακτηρίζει την πολιτική αντίδραση, ιδιαίτερα τους ναζιστές.

Ο κεντρικός στόχος του κειμένου είναι να υπερασπίσει τη δολοφονική βία μέσα στο λαό, στο πιο πλατύ επίπεδο που έχει δοκιμάσει ως τώρα να το κάνει. Είναι φυσικό. Όσο η «17Ν» ήταν κυρίως μια οργάνωση βίας δεν της ήταν τόσο απαραίτητη η πλατειά πολιτική στήριξη. Τώρα που έγινε πολιτικό κόμμα και μάλιστα ένα κόμμα εθνικό, πρέπει να υπερασπίσει τη βία του και να βρει συμπάθεια γι’ αυτή μέσα σε όλο το λαό, μέσα σε όλο το έθνος, ακόμα και μέσα στη μεγαλοαστική τάξη.

Ακόμα περισσότερο πρέπει να υπερασπίσει αυτή τη βία από τη στιγμή που έστω και για λίγες μέρες, έστω και για λίγους μήνες τα θύματα αυτής της βίας, οι ξεθαρρεμένοι δημοκράτες, και όλοι όσοι από λάθος πίστεψαν ότι η «17Ν» εξαρθρώθηκε, τόλμησαν να την καταγγείλουν. Σε αυτό το ρεύμα καταγγελίας απάντησε το κείμενο που διάβασε ο Κουφοντίνας.

Η δικαιολόγηση της βίας γίνεται με την χρόνια δουλεμένη, και διεθνή πολιτική πλατφόρμα του σοσιαλφασισμού, που ο βασικός προπαγανδιστής της στη χώρα μας είναι το ψευτοΚΚΕ. Αυτή η πλατφόρμα γεμίζει όλες τις αφίσες και τις φυλλάδες του “χώρου”, όλες τις προκηρύξεις της «17Ν» και είναι πασίγνωστη. Αυτά μηρυκάζει ο Κουφοντίνας στο χαρτί του.

Το ίδιο το ψευτοΚΚΕ δεν σκοτώνει βέβαια, αλλά με τη λογική της πλατφόρμας του ο αμερικανός διπλωμάτης και ο στρατιωτικός, όπως και ο έλληνας μεγαλοαστός αξίζουν το θάνατο σαν τέτοιοι ή έστω δεν έχουν το δικαίωμα να διαμαρτύρονται, να ζητούν μέτρα κατά των δολοφόνων κλπ. Η διαφορά ανάμεσα στο ψευτοΚΚΕ και στη «17Ν» ή και σε κάθε άλλο φονιά είναι ότι το πολιτικό δικαίωμα στον φόνο, το έχει μόνο το «κόμμα», δηλαδή ο «λαός» που το «κόμμα» είναι το μυαλό του και ο εκπρόσωπός του. Σύμφωνα με το ψευτοΚΚΕ αν ο δολοφόνος δεν είναι κάποιος από τους εγκεκριμένους θύτες, τότε ο θύτης είναι στο βάθος το ίδιο το θύμα, δηλαδή η ίδια η Αμερική, και το ίδιο το κεφάλαιο οι οποίοι σκότωσαν επίτηδες έναν δικό τους για να ενοχοποιήσουν τους αντιιμπεριαλιστές, το «κόμμα», το λαό κλπ. Σε τελική ανάλυση έτσι δεν υπάρχει ούτε φόνος, ούτε θύτης, ούτε και θύμα από πολιτική άποψη, αφού όλα αυτά είναι μια εσωτερική σύγκρουση και μια προσποίηση του εχθρού.

Η δικαιολόγηση της δολοφονικής βίας και για τον Κουφοντίνα λοιπόν, όπως και για το ψευτοΚΚΕ, γίνεται ως εξής: Ο ιμπεριαλισμός, ιδιαίτερα το κέντρο του, “η αμερικάνικη αυτοκρατορία” είναι υπεύθυνη για εκατομμύρια θανάτους στους οποίους εκτός από τους θανάτους των πολεμικών αναμετρήσεων περιλαμβάνονται και οι θάνατοι από την πείνα και τις λεηλασίες των φτωχών λαών και των χωρών του τρίτου κόσμου. Ύστερα η ελληνική αστική τάξη είναι υπεύθυνη για όλα τα εργατικά ατυχήματα καθώς και για τους πνιγμένους της ακτοπλοΐας. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν οι μετανάστες που τους σκοτώνουν οι μεθοριακοί φρουροί, και τα κλεφτρόνια που τα σκοτώνουν οι μπάτσοι.

Το αίμα αυτό, ιδιαίτερα αυτό που προκαλούν οι ιμπεριαλιστές, φουσκώνεται από τους σοσιαλφασίστες σε ασύλληπτα μεγέθη. Ο Κουφοντίνας, προφανώς από κάποιον Ριζοσπάστη, ανακάλυψε το νούμερο των 500.000 νεκρών που θα υπάρξουν μόνο στο Ιράκ από καρκίνο λόγω των αμερικάνικων βομβαρδισμών.

Αφού λοιπόν η προπαγάνδα των καθεστωτικών σοσιαλφασιστών έχει μαζέψει όλο αυτό το αίμα και το έχει χρεώσει στους εχθρούς της, ο κάθε Κουφοντίνας δεν έχει παρά να το αθροίσει και ύστερα να το παραβάλει με τα ελάχιστα δικά του θύματα. Έτσι αναφωνεί μπροστά στο μαγεμένο ακροατήριο του:

“Μπορούν αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί να μπουν στην ίδια ζυγαριά με τις λίγες εκατοντάδες νεκρούς αμερικανούς στρατιώτες από τη λαϊκή βία;…(σ.σ. στην οποία προφανώς συγκαταλέγεται και η βία της «17Ν»). Και παρακάτω: “Να αναφέρουμε τους χιλιάδες νεκρούς από τα εργατικά ατυχήματα, τους εκατοντάδες πνιγμένους στα πλωτά φέρετρα, την εξόφθαλμη περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής των εργαζομένων μπροστά στη βία του κεφάλαιου…”.

Ο σοσιαλφασισμός κλέβει στο ζύγι και από τις δύο πλευρές. Φουσκώνει ασύλληπτα τους νεκρούς που προκαλεί ο εχθρός του και μειώνει ασύλληπτα τους νεκρούς που προκαλεί ο ίδιος.

Από την άποψη των νεκρών της αστικής και ιμπεριαλιστικής βίας οι πολλοί νεκροί είναι του στρατοπέδου του Κουφοντίνα, του Δίκτυου, του ΣΥΝ, του ψευτοΚΚΕ των «μλ» και των υπόλοιπων. Είναι αμέτρητα πιο πολλοί από εκείνους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Βέβαια όλοι αυτοί αρνούνται ότι ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο και μάλιστα στο φιλορώσικο. Αλλά προδίδονται από το ότι ποτέ δεν κατάγγειλαν, αν δεν υποστήριξαν, τις κτηνωδίες αυτού του παγκόσμιου στρατοπέδου που η σημαία του και η πολιτική του είναι ακριβώς ο αντιαμερικανισμός.

Ο Κουφοντίνας Περισσός αναφέρει πάντα το Αφγανιστάν, τη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ για να δικαιολογήσει τα εγκλήματά του. Στο Αφγανιστάν το στρατόπεδο του Κουφοντίνα, δηλαδή το αντιαμερικάνικο στρατόπεδο προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς τους οποίους ποτέ, ούτε τότε, ούτε τώρα κατήγγειλε η «17Ν» ή ο κάθε Κουφοντίνας. Πρόκειται για τους διαπιστωμένους νεκρούς της ρώσικης εισβολής και κατοχής της δεκαετίας 1980-90 που με τίποτα δεν μπορεί να συγκριθούν με τους πρόσφατους εκατοντάδες νεκρούς αμάχους των αμερικανικών βομβαρδισμών ή τους χιλιάδες νεκρούς του στρατού των Ταλιμπάν. Αλλά ακόμα και αυτοί οι τελευταίοι οφείλονται κύρια σε φρικαλέες μαζικές εκτελέσεις από τους ρωσόδουλους πολέμαρχους της «Βόρειας Συμμαχίας», κυρίως τον Ντοστόμ. Σε ότι αφορά τη Γιουγκοσλαβία εδώ έχουμε τη συνηθισμένη για τους σοσιαλφασίστες αντιστροφή θύτη, θύματος. Το αίμα των 400.000 νεκρών στη Γιουγκοσλαβία είναι σχεδόν στο σύνολό του αίμα αμάχων από την σερβική εθνοκάθαρση που Η «17Ν» και το υπόλοιπο στρατόπεδό της υποστήριξε είτε ανοιχτά, είτε (όπως το Δίκτυο) με το να καταγγέλλει τη «δυτική επέμβαση» που όταν έγινε στη Βοσνία και Κροατία ήταν υπέρ των θυμάτων και οπωσδήποτε δίκαιη. Άδικη ήταν η δυτική επέμβαση στο Κόσσοβο, αλλά και εκεί τους πολλούς νεκρούς, το πιο μεγάλο άδικο και την πιο μεγάλη κτηνωδία την επέδειξαν οι σέρβοι εθνοεκκαθαριστές που με τους 10.000 αμάχους Κοσσοβάρους που σφάξανε ξεπερνάνε κατά πολύ τους 2.000 σέρβους νεκρούς, στρατιωτικούς και αμάχους των αμερικανικών βομβαρδισμών. Τέλος, σε ότι αφορά το Ιράκ εδώ οι σοσιαλφασίστες αφαιρούν το ένα εκατομμύριο νεκρών που ο Σαντάμ προκάλεσε στο λαό του με τον άδικο πόλεμο κατά του Ιράν, τους νεκρούς στον εντελώς απρόκλητο κατακτητικό πόλεμο κατά του Κουβέιτ και τους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και τους εκατοντάδες χιλιάδες βασανισμένους της δικιάς του εσωτερικής δικτατορίας. Εννοείται βέβαια ότι στο Ιράκ ξεχνάνε την αποφασιστική και καίρια συνεισφορά του δικού τους ΟΗΕ στην αμερικανική επίθεση.

Αυτός ο συσχετισμός αίματος αφορά μόνο τα μέτωπα πολέμου που διαλέγει ο σοσιαλφασισμός για να κάνει την προπαγάνδα του. Όμως το πολύ αίμα και η απόλυτη κτηνωδία εκδηλώνονται αλλού μέσα στην απόλυτη ένοχη σιωπή από όλα τα ενεργούμενα της κάθε Γένοβας. Μιλάμε για τους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, τους βασανισμένους μέχρι ακρωτηριασμού αμάχους και μαχητές της μικρής Τσετσενίας, που οι νέοι Τσάροι την αδειάσανε από τους μισούς κατοίκους της και συνεχίζουν να γενοκτονούν πάνω στο έδαφός της. Γι’ αυτήν ο πράκτορας του Κρεμλίνου, ούτε λέξη στην απολογία του.

Αυτός ο συσχετισμός αίματος αντιστοιχεί στις δολοφονίες κατά Αμερικανών, φίλων της Αμερικής κλπ.

Σε ότι αφορά τη βία κατά ελλήνων αστών, αυτή δικαιολογείται με τα εργατικά ατυχήματα. Επειδή ο σοσιαλφασισμός δεν έχει στη διάθεσή του μια πολιτική δολοφονική βία της ελληνικής αστικής τάξης για να δικαιολογήσει τη δικιά του πολιτική δολοφονική βία πάνω στην ελληνική αστική τάξη, υποχρεώνεται να αναζητεί αυτή την δικαιολογία σε ένα άλλο επίπεδο και τη βρίσκει στα εκατοντάδες και χιλιάδες εργατικά ατυχήματα. Εδώ μεταθέτει τη βία από το επίπεδο της πολιτικής στο επίπεδο της κοινωνίας ή της οικονομίας. Αυτό το τέχνασμα της μετάθεσης ο σοσιαλφασισμός το χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα και στην περίπτωση των Αμερικανών, όπου επειδή αυτοί δεν έχουν διαπράξει καμιά δολοφονία στην Ελλάδα μετά το 1974, η «17Ν» τους εκδικείται για δολοφονίες που έχουν διαπράξει στον υπόλοιπο πλανήτη, χωρίς βέβαια να αναζητεί καμιά εξουσιοδότηση από τους αντίστοιχους λαούς.

Σε ότι αφορά στα εργατικά ατυχήματα και στα ατυχήματα γενικά η «Νέα Ανατολή» έχει απαντήσει διεξοδικά στην επιχειρηματολογία της «17Ν» και του νόμιμου σοσιαλφασισμού στο μεγάλο άρθρο με τίτλο «Οι Εκτελεστές Στη Φυλακή- Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ “17Ν” ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ» που δημοσιεύτηκε στο φύλλο αρ. 384.

Το μόνο που αξίζει να προσέξουμε εδώ είναι ο κραυγαλέος τρόπος με τον οποίο ο Κουφοντίνας προσδιορίζει σαν αποκλειστικό υπεύθυνο των εργατικών ατυχημάτων το μεγάλο κεφάλαιο και μάλιστα αποκλειστικά το ιδιωτικό βιομηχανικό στο οποίο περιλαμβάνεται και το κεφάλαιο των θαλάσσιων μεταφορών. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς στατιστικολόγος για να διαπιστώσει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργατικών ατυχημάτων γίνεται αναγκαστικά και μοιραία στο είδος των παραγωγικών μονάδων που ποτέ δεν κατάγγειλε η «17Ν» και ο σοσιαλφασισμός, δηλαδή στις πιο μικρές και με τις πιο καθυστερημένες τεχνικές παραγωγής, ειδικά στην οικοδομή και στους μικροεργολάβους κάθε είδους που δουλεύουν συνήθως με την υποδουλωμένη ξένη εργατική δύναμη. Αυτή η εντελώς ουσιαστική παράβλεψη δεν είναι τυχαία. Αυτό το κομμάτι της αστικής τάξης αποτελεί ένα από τα κοινωνικά στηρίγματα του σοσιαλφασισμού και που τα μέλη του στην οικοδομή είναι συχνά τέως ή και εν ενεργεία κνίτες του συνδικάτου των οικοδόμων. Στην απολογία του ο Κουφοντίνας μιλάει όλη την ώρα και ρίχνει το κύριο βάρος των καταγγελιών του και απειλών στο εργοστάσιο της Σωληνουργίας Κορίνθου για το φετινό ατύχημα με τους έξι νεκρούς. Λίγο μετά την απολογία του, μέσα σε μια μέρα και σε τέσσερα διαφορετικά εργατικά ατυχήματα έχαναν τη ζωή τους σε μικροεργολάβους 5 εργάτες δίχως κανείς να ασχοληθεί με αυτούς (Ελευθεροτυπία, 31 Ιούλη). Πουθενά αλλού όσο στα εργατικά ατυχήματα δεν φαίνεται τόσο καθαρά ότι το μίσος του σοσιαλφασισμού δεν κατευθύνεται ενάντια στους εκμεταλλευτές και την εκμετάλλευση, αλλά ενάντια στις ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, δηλαδή ενάντια στο μέλλον της εργατικής τάξης και όλης της κοινωνίας.

Έτσι λοιπόν, με τη μετάθεση, την επιλεκτικότητα, την αντιστροφή και την τερατώδη υπερδιόγκωση ο Κουφοντίνας απαντάει στην κατηγορία γιατί η «17Ν» δολοφονούσε την ώρα που ο εχθρός δεν δολοφονούσε, αλλά δεν δολοφονούσε ούτε ο λαός, ούτε η «αριστερά», ούτε η «επανάσταση». Ακόμα μάλιστα ούτε καν διαδήλωναν ενάντια στους εργοδότες τους οι εργάτες στα εργοστάσια όπου γίνονταν τα θανατηφόρα ατυχήματα.

 

Η δικαιολόγηση της νομιμότητας της 17νοεμβρίτικης δολοφονικής βίας. Η διαφορά της παρακρατικής ΔΕΚΟ από το μικροαστικό πραξικοπηματισμό

Στο μεγαλύτερο κομμάτι της απολογίας του ο πράκτορας απαντάει για λογαριασμό όλου του σοσιαλφασιστικού καθεστώτος σε τρεις βασικές κατηγορίες που αφορούν όχι ειδικά την ποσότητα και το αιματηρό της 17νοεμβρίτικης βίας, αλλά τη νομιμότητα αυτής της βίας σαν τέτοιας γενικά: Απαντάει δηλαδή στην κατηγορία των αστών δημοκρατών ότι η πολιτική βία δεν είναι δημοκρατική σε περιόδους αστικής δημοκρατίας, στην κατηγορία των νόμιμων σοσιαλφασιστών ότι η βία της «17Ν» δεν είναι αποτελεσματική επειδή είναι ατομικού τύπου, και τέλος στην κατηγορία των πραγματικών επαναστατών, των δημοκρατών επαναστατών ότι δεν είναι απελευθερωτική μια βία στο όνομα των μαζών που οι μάζες δεν την εγκρίνουν.

Απέναντι στην πρώτη κατηγορία ο Κουφοντίνας απαντάει με ευκολία και με ακατάσχετη και πομπώδη φλυαρία όπως απαντάει και ο νόμιμος σοσιαλφασισμός χρησιμοποιώντας ατόφια την επιχειρηματολογία του επαναστατικού μαρξισμού. Αυτή συνοψίζεται στο ότι η αστική δημοκρατία είναι μια μορφή της αστικής δικτατορίας, δηλαδή της διακυβέρνησης της αστικής τάξης για τη συνέχιση της βίας σε βάρος του λαού σε όλα τα επίπεδα: στο πολιτικό, στο επίπεδο των κατασταλτικών μηχανισμών και της δικαιοσύνης και κυρίως στο επίπεδο τη οικονομικής εκμετάλλευσης. Αυτή η βία είναι πολύ πλατιά και ο Κουφοντίνας την τεντώνει πέρα από τη «βία των κατασταλτικών μηχανισμών, τη βία της φτώχειας και της ανεργίας» μέχρι τη βία της «απάθειας και της μοναξιάς». Όσο υπάρχει αυτή η βία, η «αντιβία του λαού» είναι νόμιμη και απαραίτητη. Ειδικά είναι απαραίτητη επειδή η αστική δικαιοσύνη δεν μπορεί και δεν θέλει να τιμωρήσει τα ταξικά εγκλήματα των αστών. Εντελώς ξεδιάντροπα αυτός ο εκπρόσωπος μιας συμμορίας που κάθε κύτταρο των προκηρύξεών της διαποτίζεται από τον εθνικοσοβινισμό παραθέτει τσιτάτα των μεγάλων διεθνιστών του επαναστατικού προλεταριάτου Μαρξ και Λένιν για να στηρίξει αυτή την γνωστή και πανίσχυρη διαπίστωση. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει από τη μια να δώσει κάποια θεωρητική αυτοπεποίθηση στο μικροαστικό του κοινό, να καθησυχάσει τους ηθικούς φόβους του και τις αναστολές του, και από την άλλη να παραλύσει την αστική τάξη που πάντα νοιώθει ένοχα απέναντι σε όσους εκλαμβάνει σαν λαϊκούς επαναστάτες και μάλιστα μαρξιστές.

Είναι γεγονός ότι σε επίπεδο αρχής θα ήταν πολύ δύσκολο στη φιλελεύθερη αστική τάξη να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς. Δεν θα της ήταν όμως πολύ δύσκολο να απαντήσει σε πολιτικό επίπεδο αν είχε μια στάλα γνώση για την πολιτική φύση και τους στόχους της συμμορίας. Γιατί το χαρακτηριστικό με τη «17Ν» είναι ότι ενώ επικαλείται τη βία της αστικής τάξης δεν χτύπησε ποτέ το κέντρο των μηχανισμών βίας ή έστω το πολιτικό κέντρο του κράτους που συμπυκνώνει και διαχειρίζεται πολιτικά αυτή τη βία. Μάλιστα αυτό είναι ακόμα πιο περίεργο αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του «πράκτορα επί της απολογίας της «17Ν» ένα μέρος του αίματος που αυτή εκδικιόταν ήταν εκείνο των μεταναστών και των κλεφτρονιών, δηλαδή των θυμάτων της αστυνομίας. Το σημείο αυτό το έχει προσέξει ήδη το αναρχικό και το ερυθροταξιαρχίτικο ρεύμα του ριζοσπαστικού μικροαστισμού που έχει διαπιστώσει ότι η «17Ν» δεν πυροβόλησε ποτέ έλληνα στρατιωτικό και ποτέ αστυνομικό σαν τέτοιο. Σε αυτό άλλωστε απαντάει ο Κουφοντίνας λέγοντας: «Η «17Ν» χαρακτηρίστηκε από πολλούς οργάνωση του μέτρου. Παίρνοντας υπ’ όψιν τη συγκυρία και το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος δεν κήρυξε ολοκληρωτικό πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Δεν ανέβασε το επίπεδο της δράσης σύμφωνα με τις εκάστοτε επιχειρησιακές της δυνατότητες…μέσα σε αυτή τη λογική δεν επεχείρησε να χτυπήσει στην καρδιά του κράτους δημιουργώντας υπερβολικές οξύνσεις, ανεξάρτητα από το ότι θεωρούσε τη θεωρητική σύλληψη περί κέντρου του κράτους μάλλον απλουστευτική».

 

Εδώ είναι το μυστικό της «17Ν». Εδώ προεξέχει η ουρά του μεταμφιεσμένου πιθήκου. Πραγματικά η «17Ν» δεν χτύπησε με τη βία τίποτα που δεν είχε χτυπήσει προηγούμενα με τα λόγια το «κίνημα», δηλαδή ο νόμιμος σοσιαλφασισμός, μιας και μετά το 80 δεν υπήρξε κανένα κίνημα, εννοούμε κίνημα που να κάνει πολιτικό θόρυβο, που να μην καθοδηγήθηκε πολιτικά από αυτόν. Από κει βγαίνει η ανάγκη για μεγάλη και ακριβή επιλεκτικότητα, δηλαδή για «μέτρο» στα χτυπήματα. Γι’ αυτό ποτέ για παράδειγμα δεν χτυπήθηκε στόχος του μεγαλύτερου βιομηχανικού κεφάλαιου στην Ελλάδα που ήταν πάντα το κρατικό των ΔΕΚΟ. Μόνο το κρατικό τραπεζικό κεφάλαιο της Εθνικής χτυπήθηκε (Βρανόπουλος) όταν επεχείρησε να δεθεί με το ιδιωτικό βιομηχανικό για μεγάλα προγράμματα ανάπτυξης, όπως χτυπήθηκαν και κάποιοι δικαστές για να βγουν αρνητικές αποφάσεις για το ιδιωτικό βιομηχανικό κεφάλαιο (για να εμποδιστεί η ιδιωτικοποίηση της ΑΓΕΤ). Αλλά και ποτέ η «17Ν» δεν χτύπησε τόσο βαθιά μέσα στο κράτος που θα έφερνε σε δύσκολη θέση το νόμιμο σοσιαλφασισμό. Δεν ήταν δυνατό δηλαδή η «17Ν» να χτυπήσει τον πυρήνα της κρατικής βίας που περισσότερο από κάθε άλλη θέλει να σαγηνεύσει και να κατακτήσει ο σοσιαλφασισμός, δηλαδή το στρατό, την αστυνομία ή και την ΚΥΠ, την ώρα μάλιστα που η Παπαρρήγα ή ο Κωνσταντόπουλος κραύγαζαν εθνικιστικά και επισκέπτονταν τα στρατόπεδα για να τσουγκρίζουν αυγά με τους στρατηγούς. Ούτε ήταν επιτρεπτό να σκοτώσει πολύ ψηλά, δηλαδή πρωθυπουργούς σαν τον Μητσοτάκη ή τον Καραμανλή πράγμα που θα αφύπνιζε πολιτικά το λαό και την αστική τάξη, θα εξέθετε τους πολιτικούς αντιπάλους των τελευταίων και θα γεννούσε κινήματα αντίρροπα. Αντίθετα δολοφονίες στο περιθώριο των κομματικών ηγεσιών έχουν το πλεονέκτημα να τρομοκρατούν και να παραλύουν μόνο ορισμένες φράξιες της αστικής τάξης, δηλαδή να εκκαθαρίζουν δίχως να κινητοποιούν και να αφυπνίζουν. Τέλος δεν ήταν επιτρεπτό στη «17Ν» να σκοτώσει τόσους πολλούς βιομήχανους, ώστε να υποχρεώσει τη βιομηχανική αστική τάξη να μετριάσει τον εσωτερικό της οικονομικό ανταγωνισμό (ο οποίος έδινε στους πιο μικρούς κάποια κρυφή χαρά για το θάνατο των πιο μεγάλων ανταγωνιστών τους), και να την κάνει να ενωθεί μαχητικά πίσω από τη δυτικόφιλη μέχρι την άνοδο του Καραμανλή ΝΔ. Αν αυτό συνέβαινε τότε η τάξη των θυμάτων θα κήρυσσε πραγματικό πόλεμο επιβίωσης ενάντια και στη «17Ν», αλλά και στον νόμιμο σοσιαλφασισμό που τη στηρίζει πολιτικά και ιδεολογικά. Αυτά όλα τα συνοψίζει ο Κουφοντίνας στη φράση: «ήθελε η «17Ν» η κάθε ενέργεια να προκαλεί το μεγαλύτερο δυνατό αντίκτυπο με την ελάχιστη δυνατή βία». Αυτή η ελάχιστη βία δεν έχει καθόλου να κάνει με οποιουδήποτε είδους ανθρωπισμό. Πουθενά δεν αναφέρθηκε η ζωή του αστού σαν ανθρώπινη ζωή.

Η «17Ν» έκανε με λίγα λόγια το αντίθετο ακριβώς από κείνο που κάνει ο τσεγκεβαρίστικος και ερυθροταξιαρχίτικος μικροαστισμός που χτυπάει όσο γίνεται πιο ψηλά, όσο γίνεται πιο έντονα και όσο γίνεται πιο πλατιά και κατά προτίμηση στην «καρδιά του κράτους», ώστε να γεννάει τις πιο τρελές ελπίδες και τον ενθουσιασμό στην μάζα που εκπροσωπεί. Ακόμα και η κατασταλτική απάντηση από την αστική τάξη για αυτού του είδους τους ριζοσπάστες είναι θείο δώρο αφού από αυτήν περιμένουνε τις νέες στρατολογίες.

Αλλά η «17Ν» του «μέτρου» δεν θέλει μαζικές στρατολογίες και το λέει. Γιατί οι μαζικές στρατολογίες σημαίνουν μαζικό κόμμα ή μαζικό στρατό, δηλαδή τελικά μετωπική σύγκρουση με ολόκληρα τμήματα του αστικού κράτους. Αντίθετα τα επιλεκτικά χτυπήματα «του μέτρου» έχουν μόνο ένα στόχο: την εκκαθάριση μέσα στην αστική τάξη και κυρίως την εκκαθάριση μέσα στο κράτος. Αυτή είναι η διαφορά της «17Ν», οργάνωσης ενός κομματιού της αστικής τάξης που είναι μέσα στο κράτος και που θέλει να καταλάβει ολόκληρο το κράτος για τον εαυτό του, από τα γκεβαρίστικα αντάρτικα και τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες», δηλαδή οργανώσεις της ριζοσπαστικής μικροαστικής τάξης που βασικά βρίσκεται έξω από την αστική τάξη και το κράτος της και συγκρούεται εξωτερικά με αυτό το τελευταίο για να το καταλάβει ή εξ εφόδου, όπως κάθε πραξικοπηματίας ή να το γκρεμίσει σύμφωνα με την αναρχική εκδοχή της ένοπλης μικροαστικής αυταπάτης. Από πολιτική άποψη όλα αυτά τα αποσπάσματα ανήκουν στο μέτωπο της σοσιαλιμπεριαλιστικής αντίδρασης γιατί την εξυπηρετούν και της προσφέρουν μια απέραντη δεξαμενή για τις στρατολογίες της, αλλά έχουν άλλη ταξική φύση από τους απευθείας πράκτορές της.

Σε ότι αφορά τώρα την κατηγορία ότι η βία της «17Ν» δεν είναι αποτελεσματική. Αυτή συνήθως την διατυπώνουν όσοι συμφωνούν με την πολιτική γραμμή της «17Ν» δηλαδή θεωρούν εχθρούς τους τα θύματα της, αλλά διαφωνούν με τους σκοτωμούς. Αυτή είναι η συνηθισμένη κριτική του «νόμιμου» σοσιαλφασισμού. Σε αυτούς τους τύπους που είναι σύμμαχοι της «17Ν» ο Κουφοντίνας απευθύνεται ανοιχτά σαν σε φίλους στην αρχή του κειμένου που διάβασε μιλώντας για «αυτούς που διαφώνησαν με τις επιλογές μας, αλλά που ήταν από την ίδια πλευρά με μας».

Σε αυτούς λοιπόν λέει: « Η «17Ν» στρεφόταν κατά στόχων συμβόλων του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού. Πράγματι κατάφερε να τους τρομοκρατήσει…και είναι περήφανη γι’ αυτό». Ο Κ. αναφέρεται στα χρήματα και τα στελέχη που διέθεσαν και τις προφυλάξεις που πήραν οι αμερικανικές αρχές, ιδιαίτερα οι διπλωματικές στην Ελλάδα, αλλά δίνει πιο πολύ έμφαση στα αποτελέσματα του τρόμου που προκάλεσαν στο βιομηχανικό εφοπλιστικό κεφάλαιο οι δολοφονίες : «… ύψωναν φρούρια, δημιουργούσαν στρατιές σωματοφυλάκων, ξόδευαν τεράστια ποσά για παράλληλες έρευνες για να βρουν τη «17Ν», για να θωρακίσουν τα αυτοκίνητά τους, να τα εξοπλίσουν με ηλεκτρονικά αντίμετρα». Πράγματι είναι έτσι. Κανένας νόμιμος κνίτης δεν προκάλεσε τόση ζημιά στη βιομηχανική αστική τάξη και βαθύτερα στη βιομηχανική ανάπτυξη, όση προκάλεσε ο 17νοεμβρίτης.

Αυτή η τρομοκράτηση του συνόλου της βιομηχανικής αστικής τάξης, ειδικά της πιο σύγχρονης, είχε έναν όρο, να είναι ασύλληπτοι επί 30 χρόνια οι δολοφόνοι, πράγμα που μπορούσε να το εξασφαλίζει σε αυτούς μόνο η ψηλή κρατική κάλυψη. Όμως το αποτέλεσμα είναι αναντίρρητο, οι βιομηχανικές επενδύσεις στην Ελλάδα χτυπήθηκαν βαθιά από την ανασφάλεια που ένιωσε για δεκαετίες το μεγάλο βιομηχανικό κεφάλαιο, αλλά και τα τεράστια έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την φυσική επιβίωση των φορέων του (όταν το αποτέλεσμα στην καταστροφή της βιομηχανίας δεν ήταν άμεσο όπως έγινε στα Λιπάσματα και τα μεταλλεία στο Στρατώνι μετά τη δολοφονία Αθανασιάδη). Αυτό το αποτέλεσμα της δράσης του πάνω στην ίδια τη βιομηχανική ανάπτυξη δεν το ομολογεί ο πράκτορας στην απολογία του για να μην έρθει σε σύγκρουση με τους εθνικιστές που είναι η πλειοψηφία των οπαδών της «17Ν» και οι οποίοι γενικά δεν μισούν τη βιομηχανία. Αντίθετα με απύθμενο θράσος προβάλει το γνωστό επιχείρημα όλου του σοσιαλφασισμού ότι για την αποβιομηχάνιση φταίει η βιομηχανική αστική τάξη που επειδή προέρχεται από δωσίλογους και μαυραγορίτες (αυτό ισχύει μόνο για το μικρότερο τμήμα της) δεν θέλει να αναλάβει «κανένα κόστος, κανένα ρίσκο» και γι’ αυτό δεν επενδύει. Λες και υπάρχει μέρος του κόσμου στο οποίο η βιομηχανική αστική τάξη δεν βγήκε κύρια μέσα από μια βάναυση πρωταρχική συσσώρευση, δηλαδή μέσα από τη ληστεία και τη βία πάνω στο δικό της λαό και πάνω στους άλλους λαούς. Ή λες και η αστική τάξη όταν επενδύει το κάνει για το λαό και όχι για τα κέρδη της ή ότι υπήρξε για την ελληνική βιομηχανική αστική τάξη κάποιος άλλος, καλύτερος δρόμος για να συσσωρεύει έξω από αυτόν της παραγωγής και των επενδύσεων. Αυτό το παραμύθι περί «απρόθυμης να επενδύσει» ελληνικής βιομηχανικής αστικής τάξης, στο οποίο διέπρεψε ο Α. Παπανδρέου, δεν μπορεί να εξηγήσει τους μεγάλους ρυθμούς της ελληνικής βιομηχανικής ανάπτυξης από το 1960 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70, οπότε και ξεκίνησε το βιομηχανικό σαμποτάζ. Ακόμα περισσότερο βέβαια δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί ο Κουφοντίνας δεν πυροβολούσε τους αστούς που δεν επενδύανε, αλλά ακριβώς αντίθετα αυτούς που επενδύανε και μάλιστα στον πιο σύγχρονο και βαρύ τομέα της οικονομίας (π.χ. Αγγελόπουλος, Αθανασιάδης, Βαρδινογιάννης, Περατικός, Βρανόπουλος).

Αυτού του είδους λοιπόν την αποτελεσματικότητα σε βάρος των παραγωγικών δυνάμεων η «17Ν» δεν μπορεί να την ομολογήσει ανοιχτά μπροστά στο λαό. Έτσι προσπαθεί να αποδείξει την αποτελεσματικότητά της στο επίπεδο της επαναστατικής διαδικασίας και της επαναστατικής συνείδησης των μαζών στο επίπεδο λοιπόν που τελικά της κάνουν κριτική οι προοδευτικοί άνθρωποι. Μιλάμε για εκείνους που δεν καταλαβαίνουν ότι οι ίδιοι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί στόχοι της «17Ν» είναι αρνητικοί, αλλά καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί κανείς να είναι τιμωρός στο όνομα των μαζών, χωρίς τις μάζες και ενάντια στις μάζες, δηλαδή να διεξάγει ένοπλο όταν ο λαός δεν θέλει τη βία ή αλλιώς σε εποχές που δεν είναι επαναστατικές. Απέναντι σε αυτούς λοιπόν το πολιτικό επιτελείο που καθοδηγεί τον Κουφοντίνα επικαλείται τον γκεβαρισμό και τους Τουπαμάρος και απαντάει σαν η «17Ν» να είναι μια μικροαστική οργάνωση της ένοπλης βίας λέγοντας: «Η ίδια η επαναστατική δράση ακόμα και το γεγονός ότι εξοπλιζόμαστε, ότι εφοδιαζόμαστε, το γεγονός ότι προβαίνουμε σε πράξεις που παραβιάζουν την αστική νομιμότητα, δημιουργεί μια συνείδηση, μια οργάνωση και επαναστατικές συνθήκες». Συντομεύοντας την παραπάνω φράση φτάνουμε στον πυρήνα της λογικής του γκεβαρισμού και του κάθε μικροαστικού πραξικοπηματισμού: «Η επαναστατική βία δημιουργεί επαναστατική συνείδηση και τελικά επαναστατικές συνθήκες». Αυτό από φιλοσοφική άποψη είναι καθαρός ιδεαλισμός αφού σημαίνει ότι η συνείδηση κάποιων πρωτοπόρων και η μειοψηφική πράξη που προκύπτει από αυτή τη συνείδηση προσδιορίζει τελικά και προκαλεί την πράξη των μαζών που είναι στην πραγματικότητα η επανάσταση. Από πολιτική άποψη όμως αυτός ο ιδεαλισμός μπορεί να σημαίνει κάτι που να αρχίζει από τον μικροαστικό τυχοδιωκτισμό και να φτάνει ως το ναζισμό. Ο μικροαστικός τυχοδιωκτισμός σημαίνει να χτυπάει κανείς πρόωρα τον ταξικό εχθρό, δηλαδή να τον χτυπάει πριν οι μάζες θελήσουν να εξεγερθούν ενάντιά του και αυτός να βρίσκει σε αυτό το χτύπημα το πολιτικό πρόσχημα για να επιτεθεί στην οποιαδήποτε πρωτοπορία και να τη συντρίψει. Συχνά η πολιτική αντίδραση διεισδύει στον μικροαστικό τυχοδιωκτισμό και τον χρησιμοποιεί σαν προβοκάτορα για να δώσει τέτοιου είδους χτυπήματα. Αυτού του είδους είναι η κριτική που κάνει το ψευτοΚΚΕ στη «17Ν», ακριβώς επειδή συμφωνεί μαζί της στους πολιτικούς εχθρούς στόχους της. Την κατηγορεί δηλαδή ότι επιτιθέμενη με ακατάλληλο τρόπο και σε ακατάλληλη στιγμή στον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και στο κεφάλαιο επιτρέπει σε αυτούς να καταστέλλουν τους μαζικούς ταξικούς αγώνες. Βεβαίως ο καθένας ξέρει ότι στην προκειμένη περίπτωση οι λεγόμενοι μαζικοί ταξικοί αγώνες που καθοδηγεί το ψευτοΚΚΕ είναι επίσης μικρά αποσπάσματα εργατοπατέρων ή ρεμαλιών που είναι απομονωμένα από τις μάζες και που η βασική τους δουλειά είναι να ασκούν έλεγχο και πολιτική βία σε μερικά τμήματα της αστικής τάξης, να κόβουν δρόμους και έτσι να ασκούν βία στους περαστικούς και στους ταξιδιώτες και βέβαια να ασκούν βία στους εργάτες μέσα στα συνδικάτα. Επίσης, και το κυριότερο, ο καθένας ξέρει ότι ποτέ η βία της «17Ν» δεν προκάλεσε τη βίαια αντίδραση του καθεστώτος ενάντια σε αυτούς τους «μαζικούς ταξικούς αγώνες» ή ενάντια στην «ταξική πρωτοπορία». Μάλιστα για 30 ολόκληρα χρόνια δεν προκάλεσε καν βία ενάντια στην ίδια τη «17Ν» αντίθετα με ότι έγινε στους ερυθροταξιαρχίτες και τους ΜπάαντερΜάϊνχοφ! Η «17Ν» συνελήφθη μόνο όταν έφτασε η ώρα τα κόμματα που βρίσκονται πίσω από τους «μαζικούς ταξικούς αγώνες», το ψευτοΚΚΕ και ο ΣΥΝ να έρθουν στην εξουσία χάρη και στη βία της «17Ν», οπότε πλέον αυτή δεν τους ήταν απαραίτητη.

Στην περίπτωση της «17Ν» έχουμε να κάνουμε με τη ναζιστική εκδοχή του τσεγκεβαρίστικου πραξικοπηματισμού ή καλύτερα με την περίπτωση στην οποία ο μικροαστικός πραξικοπηματισμός χρησιμεύει σαν ιδεολογικό εργαλείο και περίβλημα του ναζισμού, δηλαδή σαν όργανο της πιο κτηνώδους βίας του ιμπεριαλιστικού μονοπώλιου πάνω στους εχθρούς του. Εδώ δηλαδή η βία των «επαναστατών» δεν ασκείται πάνω στον κύριο εχθρό του λαού, αλλά στον κύριο εχθρό του ναζιστικού μονοπώλιου, που παγκόσμια και για μια ολόκληρη περίοδο, όσο δηλαδή δεν προκύπτει ένα ισχυρό αντισοσιαλιμπεριαλιστικό κίνημα των λαών, είναι η φιλελεύθερη, δυτική και δυτικόφιλη αστική τάξη. Αυτή η αντίστοιχη τάξη ήταν άλλωστε και ο κύριος εχθρός του χιτλερικού μονοπώλιου, τουλάχιστον μέχρι την εισβολή του στην ΕΣΣΔ. Αλλά αυτό δεν ισχύει μόνο για τη «17Ν», ισχύει και για τους μικροαστούς πραξικοπηματίες που όντας οικονομιστές και καθόλου δημοκράτες έχουν παγκόσμια υιοθετήσει την πολιτική πλατφόρμα του σοσιαλφασισμού.

Η επανάσταση την οποία επικαλείται το επιτελείο του Κουφοντίνα στο παραπάνω απόσπασμα δεν είναι η επανάσταση των μαζών, γιατί τότε θα έπρεπε να ομολογήσει ότι η «17Ν» απέτυχε. Γιατί η 30χρονη δράση της όχι μόνο δεν προκάλεσε καμιά επανάσταση ή εξέγερση των μαζών, αλλά συνδυάστηκε με τη μεγαλύτερη παθητικότητα τους που μάλιστα διαρκώς δυνάμωνε στο διάστημα αυτό. Αυτή άλλωστε είναι η διαφορά των πρακτόρων αυτών με τους μικροαστούς πραξικοπηματίες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» που όταν συνελήφθησαν και η οργάνωσή τους εξαρθρώθηκε αναγκάστηκαν να παραδεχτούν, ακόμα και οι μη ανανήψαντες, ότι το σχέδιο τους να προκαλέσουν μια επανάσταση ή έστω μια μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση των ταξικών αγώνων με οποιοδήποτε πολιτικό περιεχόμενο, απέτυχε. Άλλωστε για ποια επανάσταση των μαζών να τολμήσει να μιλήσει η «17Ν» που διατυπώνει ανοιχτά την πρόσκληση στους οπαδούς της να μην επιχειρήσουν να αντιγράψουν τα χτυπήματά της σε άλλους στόχους και που όπως είπαμε παραπάνω μιλάει για δράση του «μέτρου»; Η επανάσταση της «17Ν» δεν είναι λοιπόν η μικροαστική πραξικοπηματική εξέγερση. Είναι στην ουσία της η «σοσιαλιστική ή αντιιμπεριαλιστική επανάσταση» του κάθε ρωσοκίνητου πολιτικοστρατιωτικού αποσπάσματος της Αφρικής, της Λ. Αμερικής και της Ασίας, δηλαδή τα πραξικοπήματα και οι σοσιαλφασιστικές δικτατορίες του είδους Ταράκι, Μεγκίστου, Καμπίλα κλπ, δηλαδή εκείνου του είδους που ποτέ της δεν κατήγγειλε η «17Ν». Όπως όλοι αυτοί οι σοσιαλφασίστες έτσι και το πολιτικό επιτελείο της «17Ν» προσπαθεί να στηρίξει τη δράση του στη θέληση των μαζών και γενικά έχει τις μάζες σαν αναφορά του. Ισχυρίζεται λοιπόν ότι τα χτυπήματα της «17Ν» «μιλούσαν από μόνα τους στο λαό», ότι «ήταν δεμένα με τις πλατειές λαϊκές μάζες και τα προβλήματά τους. Το χτύπημα για παράδειγμα του ληστρικού φορολογικού συστήματος ή του ιατρικού κατεστημένου». Επίσης ότι ήταν «συμβολικά χτυπήματα για τα οποία επιλέγονταν στόχοισύμβολα της εξουσίας σε όλες τις εκφάνσεις της, οικονομική, κοινωνική, πολιτική». Έτσι είχαν πολιτικό αποτέλεσμα γιατί «εκλαμβάνονταν σαν δίκαιη κοινωνική άμυνα απέναντι σε δραστηριότητες που επέσυραν σοβαρή κοινωνική βλάβη…», κάθε ενέργειά της «17Ν» «έδινε μήνυμα αντίστασης, ότι απέναντι στην πανίσχυρη εξουσία υπάρχουν κάποιοι που αντιστέκονται ακόμα και θα αντιστέκονται για πάντα. Τόνωνε έτσι το αίσθημα αξιοπρέπειας και περηφάνιας του λαού, ενώ προκαλούσε τριγμούς στην εξουσία και στους μηχανισμούς».

 

Και εδώ λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά στη μειοψηφία σωτήρα που στο όνομα του λαού ασκεί βία στους εκμεταλλευτές, όχι σε όλους και όχι για όλες τις «δραστηριότητές τους», αλλά μόνο σε αυτούς που ο σωτήρας «επιλέγει» και για όσες δραστηριότητες «επιλέγει». Μάζες που χρειάζονται σωτήρες οι οποίοι διαλέγουν και τιμωρούν τους εχθρούς των μαζών πριν από αυτές και χωρίς αυτές, είναι μάζες ευνούχοι. Τέτοιες μάζες και τέτοιοι λαοί αντίθετα από ότι ισχυρίζονται οι Κουφοντίνες δεν έχουν ίχνος «αξιοπρέπειας και περηφάνιας», δηλαδή είναι ακριβώς τέτοιοι όπως τους χρειάζονται οι σωτήρες δικτάτορες για να ασκήσουν την εξουσία τους και τη δικτατορία τους πάνω τους. Γιατί τελικά τέτοιες μάζες γίνονται ο αποδέκτης της βίας των «σωτήρων», αφού αυτοί οι τελευταίοι είναι τελικά οι χειρότεροι εκμεταλλευτές.

Οι 17νοεμβρίτες ισχυρίζονται βέβαια ότι οι ενέργειές τους είχαν ευεργετικό αποτέλεσμα πάνω στο κοινωνικό σύνολο επειδή: «είχαν χαρακτήρα παραδειγματικό και ταυτόχρονα προειδοποιητικό και προληπτικό, αφού αποσκοπούσαν να οδηγήσουν σε επανασχεδιασμό ή και αποχή ακόμα από πράξεις επιβλαβείς για το κοινωνικό σύνολο».

Οι «πλατειές λαϊκές μάζες» δεν είδαν βέβαια όλα αυτά τα χρόνια κανέναν «επανασχεδιασμό» και καμιά καλυτέρευση του «ληστρικού φορολογικού συστήματος» ή βελτίωση του «ιατρικού κατεστημένου», καμιά «αποχή» της άρχουσας τάξης από «πράξεις επιβλαβείς για το κοινωνικό σύνολο» και καμιά καλυτέρευση της «οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής» τους κατάστασης από το χτύπημα των υποτιθέμενων αντίστοιχων εξουσιαστών. Αντίθετα είδαν μια διαρκή χειροτέρευση της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής τους κατάστασης.

Και αυτό είναι ολότελα φυσικό. Γιατί η «17Ν», όπως και ο νόμιμος σοσιαλφασισμός των ψευτοΚΚΕ, ΣΥΝ και της εξωκοινοβουλευτικής μικροαστικής ουράς τους, υποστήριξε πάντα τους χειρότερους και ισχυρότερους εξουσιαστές μέσα στο μπλοκ της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας και χτύπησε αποκλειστικά τους αντιπάλους τους μέσα σε αυτό. Ποτέ η «17Ν» δεν χτύπησε με τα όπλα κάποια δύναμη που δεν είχαν χτυπήσει με τα λόγια ο Α. Παπανδρέου, ο Λαλιώτης, ο Σημίτης και αργότερα ο Καραμανλής. Έτσι μόνο οι Αμερικάνοι «επιλέχθηκαν» σαν οι μεγαλύτεροι πολιτικοί εχθροί όλων των κομμάτων και σύσσωμου του έθνους και έχασαν όλες τους τις σημαντικές στρατιωτικές τους βάσεις πλην της Σούδας. Μόνο αυτοί χτυπήθηκαν λοιπόν από τη»17Ν», αλλά ποτέ οι Ρώσοι που έχουν πια τη γενική συμπάθεια του έθνους σαν αντίβαρο στην «αυτοκρατορία» και που έτσι κατάφεραν να αποκτήσουν στρατιωτικές βάσεις και μάλιστα να διεισδύσουν στον ελληνικό στρατιωτικό μηχανισμό και να ελέγξουν με τα ραντάρ τους και τους στρατιωτικούς ειδικούς τους (χάρη στους S-300) όλη την ελληνική αεράμυνα.

Τα αντίστοιχα έγιναν με τη βιομηχανική και γενικότερα την ιδιωτική αστική τάξη που είναι δεμένη με τη διεθνή αγορά, οπότε και τη Δύση. Μόνο αυτοί είναι οι «διαπλεκόμενοι», τα «ισχυρά συμφέροντα», οι «κερδοσκόποι» και οι «μη επενδύοντες», όπως τους καταγγέλλουν ασταμάτητα οι Α. Παπανδρέου και Σημίτης, αλλά ποτέ το πιο ισχυρό, το πιο συγκεντρωμένο, το πιο διεφθαρμένο και το λιγότερο παραγωγικό κεφάλαιο, που είναι στην Ελλάδα το κρατικό, δηλαδή αυτό που ελέγχεται απόλυτα από την πολιτική εξουσία. Οι «σωτήρες» της «17Ν» χτύπησαν πάντα το πρώτο και ποτέ το δεύτερο. Όταν χτύπησαν κρατικούς υπαλλήλους στην οικονομία, στη Διοίκηση και στη Δικαιοσύνη ήταν βασικά για τις σχέσεις τους με το ιδιωτικό κεφάλαιο και όχι για τη διαφθορά, την αδιαφορία και τη φασιστικοποίηση της ίδιας της κρατικής μηχανής. Κυρίως όμως υπάρχει ένα ιδιωτικό κεφάλαιο που ευνοήθηκε κατάφωρα από την πολιτική εξουσία και που στήριξε την γιγάντωση του σε αυτήν τρώγοντας από τις σάρκες του δημόσιου πλούτου. Αυτό το κεφάλαιο των Κόκκαλη, Μπόμπολα, Αποστολόπουλου, κεφάλαιο που η αφετηρία της ύπαρξής του βρίσκεται στους διαδρόμους της ρώσικης διπλωματικής και ασφαλίτικης μηχανής, ποτέ δεν το άγγιξε η «17Ν».

Αυτή η παράλληλη κίνηση της «17Ν» με το καθεστώς φαίνεται πολύ καθαρά στο ζήτημα του αντιτουρκισμού. Όσο για 25 ολόκληρα χρόνια ο αντιτουρκισμός ήταν η επίσημη «εθνική» πολιτική και η σημαία κάτω από την οποία ο Α. Παπανδρέου συσπείρωνε όλο το λαό και το στρατό, η «17Ν» ήταν η αιχμή του δόρατος αυτής της πολιτικής και σαν βία ενάντια στην επίσημη Τουρκία και σαν αντιτούρκικος σοβινισμός. Από την άνοδο του Γ. Παπανδρέου στο ΥΠΕΞ και τη νέα στρατηγική της «προσέγγισης», δηλαδή της συμμαχίας με τους ισλαμοφασίστες η «17Ν» εξαφάνισε τους αντιτούρκικους τόνους. Τώρα στην απολογία του Κουφοντίνα η λέξη Τουρκία δεν υπάρχει καν. Υπάρχει μόνο μια αναφορά στην παλιά ιστορία της προδοσίας της Κύπρου και τρεις λέξεις εντελώς ξεκάρφωτα και ξαφνικά για κάποια «επερχόμενη τραγωδία στο Αιγαίο». Ο αντιτουρκισμός σαν εθνική στρατηγική και σαν «άμυνα στην υποτέλεια» δεν υπάρχει. Αν οι 17νοεμβρίτες ήταν πραγματικοί εθνικιστές κι όχι πράκτορες του σοσιαλιμπεριαλισμού δηλαδή παιδιά του Λαλιώτη, του Σημίτη και του Γ. Παπανδρέου θα μιλούσαν τώρα πιο πολύ ενάντια στην Τουρκία καταγγέλλοντας τους «εθνικούς μειοδότες» παρά πριν!

 

Οι φασίστες δολοφόνοι προσπαθούν να γίνουν συμπαθείς στο λαό και να εμφανιστούν σαν ήρωες

Πραγματικά δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τη «17Ν» για το πώς οι ένοπλες μειοψηφίες που εμφανίζονται σα σωτήρες του λαού, έξω από αυτόν, ενάντια στις διαθέσεις του και χωρίς τη δικιά του συμμετοχή και τον έλεγχο, είναι στην εποχή του σοσιαλιμπεριαλισμού (ή γίνονται αν δεν είναι από την αρχή) οι χειρότεροι καταστροφείς και καταπιεστές του.

Είναι γεγονός ότι ακόμα η πλατιά μάζα δεν έχει αντιληφθεί αυτή την καταστροφή, ούτε και έχει συνειδητοποιήσει σε βάθος αυτή την καταπίεση. Οι συγγραφείς της απολογίας Κουφοντίνα ισχυρίζονται μάλιστα ότι η συμμορία αυτή έχει στο βάθος την υποστήριξη του λαού, και επικαλείται γι’ αυτό το 20% που κάποιες στατιστικές λένε πως συμφωνεί με τη δράση της. Είναι γεγονός ότι η σοσιαλφασιστική ηγεμονία στην πολιτική εξουσία, στους μηχανισμούς προπαγάνδας καθώς και η επαναστατική ιστορία και οι επαναστατικές παραδόσεις που επικαλείται ο σοσιαλφασισμός, ένοπλος και νόμιμος, έχουν παίξει το ρόλο τους στο να μην εκδηλώνεται ακόμα μαζικά και να μη συνειδητοποιείται το μίσος σε αυτόν.

Όμως ο σοσιαλφασισμός, που με εξαίρεση την ΟΑΚΚΕ κανείς δεν χτυπάει σε αυτή τη χώρα, είναι γενικά και αυθόρμητα αντιπαθής στην πλειοψηφία του λαού. Είναι ενστικτώδικα απωθητικός. Έτσι παρά το ότι η πολιτική αντίληψη που υποβάλουν εδώ και δεκαετίες το ψευτοΚΚΕΣΥΝ η «17Ν» και όλοι οι εισοδιστές τους μέσα στο κράτος έχουν γίνει η κυρίαρχη εθνική πολιτική αντίληψη, ο λαός αφήνει αυτά τα κόμματα σε μεγάλη μειοψηφία. Το ίδιο ισχύει και για τη «17Ν». Η συμπάθεια σε αυτήν περιορίζεται στα χειρότερα στοιχεία από τα μεσοστρώματα που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου μας, καθώς και στα πιο καθυστερημένα πολιτικά και κοινωνικά στρώματα του προλεταριάτου. Η μεγάλη πλειοψηφία αυτού του λαού, και είναι προς τιμήν του, στάθηκε πάντα απέναντι στη «17Ν». Αυτό φάνηκε καθαρά στην πρώτη εποχή μετά τις συλλήψεις οπότε επετράπηκαν οι μαζικές καταγγελίες των δολοφόνων από τα ΜΜΕ και βγήκε ένα παλλαϊκό ρεύμα καταγγελίας που το καθεστώς βιάστηκε αμέσως να καταπνίξει με τον τρόπο που προαναφέραμε.

Αυτή την αληθινή διάθεση του λαού απέναντι στους ψυχρούς φονιάδες μπορεί κανείς να την διαπιστώσει ακόμα και μέσα στην ίδια την απολογία του Κουφοντίνα. Μετά το κίνημα καταγγελίας της «17Ν» οι φονιάδες δεν μπορούν να απευθύνονται στις μάζες όπως και πριν βρίζοντας, σαρκάζοντας και ποδοπατώντας τα θύματά τους. Με έμμεσο πλην σαφή τρόπο η απολογία του Κουφοντίνα διαχωρίζεται και από τις προκηρύξεις της «17Ν» και ακόμα περισσότερο από τον αναρχοφασισμό που στη διαδήλωση των «φίλων» το Σεπτέμβρη του 2002 έφτυνε με τα συνθήματά του τους νεκρούς, προκαλώντας τη μεγαλύτερη απέχθεια του λαού και εκθέτοντας το Δίκτυο και τους υπόλοιπους διοργανωτές της πορείας, «εργολάβους» και συμμάχους του ΣΥΝ, που αν και σκέφτονταν το ίδιο φρόντιζαν να φυλάγονται. Λέει λοιπόν η απολογία που διάβασε στο δικαστήριο ο μαζικός δολοφόνος: «…ο επαναστάτης έχει να αντιμετωπίσει μια βαθιά και δυσβάσταχτη αντίφαση ανάμεσα στην αγάπη για τη ζωή και την αναγκαιότητα να δρα κατά ζωής…» και παρακάτω μιλάει για τον ακήρυχτο ταξικό πόλεμο που «αντιπαρατάσσει άτομα, τα οποία δεν είναι αφηρημένα άτομα, έχουν όνομα, έχουν μια οικογένεια, έχουν ανθρώπους που τους αγαπάνε, που τους μεγάλωσαν, για τους οποίους είναι αναντικατάστατοι. Σε αυτές τις οικογένειες οφείλουμε σεβασμό και συμπόνια». Λίγο παρακάτω διαβάζει ένα απόσπασμα του Παλαμά και τελειώνει κλαίγοντας.

Τόσο τρυφερό λοιπόν το τέρας, ακριβώς όπως οι μαφιόζοι και όλοι οι υποκριτές φονιάδες της ιστορίας που κλαίνε στις κηδείες των θυμάτων τους. Βεβαίως η λύπη του Κουφοντίνα εκφράζεται προσεχτικά για τις οικογένειες και όχι για τα ίδια τα θύματα που προφανώς καλώς θανατώθηκαν, αφού όλη η απολογία αυτές τις δολοφονίες ήθελε να υπερασπίσει. Όμως αυτή όλη η παράσταση γύρω από την αξία της ζωής, ο ξαφνικός σεβασμός για τα μέλη μιας οικογένειας από αστούς, από τους οποίους κυρίως αποτελείται η οικογένεια των θυμάτων, όλη αυτή η έκρηξη συναισθηματισμού του πιο ψυχρού από τους δολοφόνους, όλα αυτά δείχνουν την ανάγκη της συμμορίας και των καθοδηγητών της να γίνουν συμπαθείς μπροστά στην πλατιά κοινή γνώμη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το πολιτικό επιτελείο που καθοδηγεί τη διαδικασία της δίκης από την πλευρά της «17Ν» εξαφάνισε κυριολεκτικά από το προσκήνιο την πιο ειλικρινή προσωποποίηση της ιδεολογίας της, που ήταν η αποκρουστική Αλίσια Ρομέρο.

Αλλά αυτή η όψιμη μεταμόρφωση είναι κάτι το εξαιρετικά δύσκολο, όχι μόνο για την εγκληματική τους ιστορία, αλλά ακόμα περισσότερο για το άθλιό τους παρόν. Η απολογία προσπαθεί να εμφανίσει όλους τους υπαλλήλους της ΔΕΚΟ «17Ν» σαν επαναστάτες, λέγοντας για τον επαναστάτη ότι «έχει τη δραματική υποχρέωση να ξεπεράσει το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης σε μια στάση βιολογικά παράλογη, γιατί κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του και την ελευθερία του». Αλλά από όλο αυτό το τσούρμο ο μόνος που κράτησε τα προσχήματα ως προς το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης είναι ο Κουφοντίνας γιατί όλοι οι άλλοι, είτε κάρφωσαν με τον πιο ταχύτατο και αδίστακτο τρόπο τους υποτιθέμενους συντρόφους τους με την άσκηση της λιγότερης δυνατής πίεσης η οποία μπορεί να ασκηθεί σε έναν αληθινό επαναστάτη, είτε κατήγγειλαν πολιτικά την οργάνωσή τους, είτε σαν τον Γιωτόπουλο συνεχίζουν να κάνουν τον άσχετο χάνοντας κάθε αξιοπιστία και παίζοντας έναν περιθωριακό πολιτικό ρόλο σε μια δίκη που κρίνει πάνω απ΄ όλα το ιδεολογικό και πολιτικό κύρος της συγκεκριμένης οργάνωσης. Και η τελευταία ριζοσπαστική μικροαστική γκρούπα θα είχε ασύγκριτα καλύτερες αναλογίες σθένους, αξιοπρέπειας και πολιτικής συνέπειας.

Γι’ αυτό είχε τεράστια σημασία για τους καθοδηγητές της «17Ν» και του σοσιαλφασισμού γενικότερα να υπάρξει έστω και ένας 17νοεμβρίτης που δεν θα είχε την εμφάνιση του ρεμαλιού ή του τιποτένιου, κάποιος για τον οποίο η μικροαστική και λούμπεν πλέμπα θα είναι περήφανη και ο οποίος θα ξέπλενε και τους υπόλοιπους της ΔΕΚΟ. Σε αυτόν τον κόσμο προσφέρθηκε ο «ήρωας» Κουφοντίνας. Και στην υποστήριξή του ή την απόρριψή του Κουφοντίνα και όχι της «17Ν» γενικά θα κρίνονται τα στρατόπεδα μέσα σους κύκλους του «χώρου». Μόνο γι’ αυτό το λόγο χρειάζονται και για τον ίδιο τον Κουφοντίνα μερικά λόγια.

Από την ώρα που έσκασε η βόμβα στα χέρια του Ξηρού και πυροδοτήθηκε η αλυσίδα των καρφωμάτων και των συλλήψεων δεν ήταν δυνατό να σωθεί ο υπ’ αριθμόν ένα δολοφόνος, ο βασικός πρακτικός οργανωτικός και οικονομικός υπεύθυνος, βασικός σύνδεσμος ανάμεσα στα μέλη για όλη τη συμμορία και σαν τέτοιος κοινός παρονομαστής όλων των ομολογιών. Δεν ήταν δυνατό να αποσπαστούν ομολογίες και σε αυτές να μην αναφέρεται κατά κόρον ο Κουφοντίνας και ο ρόλος του, όσο επιδέξιος και να ήταν ο οποιοσδήποτε Διώτης και ο οποιοσδήποτε Σύρος. Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση ο Κουφοντίνας δεν επιτρεπόταν να μείνει ως το τέλος ασύλληπτος γιατί τότε στα μάτια των Αμερικανών και της Δύσης δεν θα υπήρχε ούτε κατά διάνοια εξάρθρωση της «17Ν». Άρα ο Κουφοντίνας έπρεπε οπωσδήποτε να συλληφθεί. Αλλά ήταν ο μόνος που ενώ έπρεπε να συλληφθεί δεν έπρεπε να μιλήσει για τους προϊσταμένους του, γιατί τότε θα είχαμε πραγματική εξάρθρωση της «17Ν». Αν όμως ο άνθρωπος αυτός, που σύμφωνα με τις μαρτυρίες κατέβαζε τα ονόματα των θυμάτων στο τραπέζι των «συλλογικών αποφάσεων», κάρφωνε τους προϊσταμένους του, τότε είχε μόνο να χάσει και τίποτα να κερδίσει. Γιατί σαν μαζικός και αναντίρρητος δολοφόνος καρφώνοντας τους από πάνω του, από τη μια δεν μπορούσε να ελαφρύνει ουσιαστικά την ποινική του θέση του, ενώ από την άλλη προδίνοντας τους, δηλαδή αποκαλύπτοντας τους βασικούς κρίκους μιας υπόθεσης με ασύλληπτο βάθος, ήξερε ότι οπωσδήποτε θα έχανε το κεφάλι του εκτός από κάθε είδους κύρος μέσα στον σοσιαλφασιστικό κόσμο. Και είναι φυσικό ο φασίστας αυτός να έχει αυτή τη συνείδηση, αφού είναι έτσι κι αλλιώς πολιτικό στέλεχος, χώρια από τις ειδοποιήσεις και τις εντολές που οπωσδήποτε θα πήρε από τους προϊσταμένους του. Αφού λοιπόν το στέλεχος αυτό δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να μιλήσει, ήταν το καταλληλότερο και μάλιστα το μοναδικό αντικειμενικά διαθέσιμο για το ρόλο του ήρωα.

Γιατί τη στιγμή και τους όρους αυτού του αναγκαστικού «ηρωισμού» τους έκρινε και πάλι το παρακράτος. Ο Κουφοντίνας λοιπόν δεν παραδόθηκε «ηρωικά» στην ασφάλεια προτού προηγούμενα ξεράσουν όλοι οι «σύντροφοί του». Γιατί δεν έπρεπε με τις «ηρωικές» του δηλώσεις να σηκώσει το ηθικό των «συντρόφων του» και να εμποδίσει πρόωρα αυτό το ξερατό και τις συνακόλουθες συλλήψεις. Έδρασε ακριβώς με το χρονοδιάγραμμα με το οποίο έδρασε όλος ο σοσιαλφασιστικός «χώρος», όλα τα Δίκτυα, όλοι οι εξαρχιώτες σπασιματίες και όλοι οι εργολάβοι και υπεργολάβοι του Λαλιώτη και του ΣΥΝ. Αποσύρθηκε και εξαφανίστηκε τις κρίσιμες ώρες των συλλήψεων και των ομολογιών για να πέσει από τον ουρανό ακριβώς την στιγμή που όλα είχαν τελειώσει. Τότε και μόνο τότε ο «ήρωας» μαζί με τους υπόλοιπους εργολάβους κήρυξε το νέο αντικαπιταλιστικό ανένδοτο εμπνέοντας πολιτικά και ιδεολογικά το κόμμα των φίλων της «17Ν», ουσιαστικά την πολιτική βάση της «17Ν» της νέας εποχής. Τότε και μόνο ήρθε η ώρα να αγκαλιαστούν από τον «ήρωα» και να αναστηλωθούν τα ρεμάλια, να ανακληθούν οι απολογίες τους, και να διοριστούν νέοι δικηγόροι από το «χώρο». Είναι δυνατό να φανταστεί κανείς διαδηλώσεις υπέρ των «πολιτικών» κρατούμενων και ιδεολογική επιβίωση του δολοφονικού σοσιαλφασισμού και τελικά όλου του σοσιαλφασισμού με το να υπάρχουν μέσα στη φυλακή και να στέκονται στο δικαστήριο μόνο τύποι που θα κάνουν σπαρακτικές αυτοκριτικές στην φιλελεύθερη αστική τάξη, που θα ζητούν τον οίκτο της και με τα χρόνια θα βγάζουν όλα τα άπλυτα στη φόρα και όλα τα παράνομα φλυαρώντας επί χρόνια σε δημοσιογράφους και άλλους περίεργους ;

Να γιατί ο Κουφοντίνας έπρεπε να εμφανιστεί και καθυστερημένα και «ηρωικά». Και να γιατί μετά τη σύλληψή του έπρεπε να σταματήσει κάθε έρευνα για το ποιος τον έκρυψε δύο ολόκληρους μήνες την ώρα που τον έψαχνε όλη η Ελλάδα. Να γιατί κανείς δεν έπρεπε να κάνει θόρυβο με «τρομολάγνα» ερωτήματα του τύπου, πώς ήταν εντελώς άσπρος ο άνθρωπος που έκανε ένα μήνα ηλιοθεραπεία στο Αγκίστρι. Να γιατί εξαφανίστηκαν κυριολεκτικά από την τηλεόραση εκείνοι οι ανώνυμοι μάρτυρες που τόλμησαν να πουν, νομίζοντας ότι ήρθε η ώρα της εξάρθρωσης, ότι ο Κουφοντίνας ήταν συνεργάτης της ΚΥΠ, μιας ΚΥΠ που εντελώς περίεργα και σκανδαλώδικα έμεινε κυριολεκτικά έξω και από την έρευνα και από το ρεπορτάζ σχετικά με την «εξάρθρωση» της «17Ν». Πραγματικά όχι μόνο αυτοί οι μάρτυρες και όχι μόνο για τον Κουφοντίνα, αλλά κάθε μαρτυρία και κάθε μεγάλης κλίμακας δημοσιογραφική έρευνα γύρω από το ζήτημα της εξάρθρωσης πνίγηκε μόλις παραδόθηκε ο Κουφοντίνας και μόλις το καθεστώς έστησε από τα πάνω και από τα κάτω το φασιστικό κίνημα ενάντια στην «τρομολαγνεία».

Βέβαια αυτοί που οπωσδήποτε αναζητούν τους ήρωές τους μέσα στο φασισμό δεν θα κλονιστούν από τέτοιες παρατηρήσεις και θα αντιτείνουν ότι ο Κουφοντίνας παρόλα τα χρόνια φυλακής που έχει μπροστά του ποδοπατεί με τόλμη τους δικαστές και το καθεστώς και υποστηρίζει τη δράση του. Μα αυτή την ίδια τόλμη, δίχως βέβαια την πολιτική ικανότητα και το επιτελείο του προϊσταμένου τους Κουφοντίνα την επέδειξαν και οι Ξηροί και Σία αμέσως μόλις αναστηλώθηκαν. Το ζήτημα είναι ποιος τους αναστήλωσε. Το καθεστώς θέλει να δείχνει ότι τους αναστήλωσε ο Κουφοντίνας. Όμως δεν είναι ο Κουφοντίνας που διέταξε τον Δικηγορικό Σύλλογο, την ΕΣΗΕΑ, το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο να εξαπολύσουν ξαφνικό πόλεμο ενάντια στην «τρομολαγνεία» για να ασκήσουν βία στους δικηγόρους, τους δημοσιογράφους κ αι τα κανάλια που κατήγγειλαν τη «17Ν», ούτε είναι αυτός που καθοδήγησε τον ΣΥΝ και όλο τον εξωκοινοβουλευτικό συρφετό να συγκροτήσουν τις διαδηλώσεις υπέρ της «17Ν» και να στήσουν μια καθώς πρέπει λίστα υπεράσπισης για του μαζικούς δολοφόνους της. Ούτε είναι ο Κουφοντίνας που έπεισε τον Σημίτη και τον Καραμανλή να αποφασίσουν ότι τα κόμματά τους δεν θα απαντήσουν πολιτικά στην προπαγάνδα της «17Ν» και θα αφήσουν στην υπεράσπιση της «17Ν» το προπαγανδιστικό μονοπώλιο σε αυτή την τεράστιας σημασίας και παρατεταμένη δίκη με αποτέλεσμα από πολιτική άποψη οι κατηγορούμενοι φονιάδες και οι φίλοι τους να γίνουν κατήγοροι. Ούτε τέλος είναι ο Κουφοντίνας που έπεισε τον πρόεδρο του δικαστηρίου να μεροληπτεί σε όλη τη διαδικασία υπέρ των δολοφόνων, βαρύνοντας το κλίμα κατά των μαρτύρων και δικηγόρων της πολιτικής αγωγής, χαϊδεύοντας τους μάρτυρες υπεράσπισης και κολακεύοντας ασταμάτητα τον Κουφοντίνα.

Από την άλλη πλευρά η εύκολη αναστήλωση των Ξηρών και Σία, μόλις το καθεστώς έστησε τους «κινηματικούς» και τους υλικούς όρους αυτής της αναστήλωσης, αποκαλύπτει πόσο εύκολο ήταν στον ίδιο τον Κουφοντίνα να έχει αναστηλωθεί αν πρώτος αυτός πληροφορήθηκε και εξασφάλισε αυτούς τους όρους της εξαιρετικής μεταχείρισης από το καθεστώς. Η πρώτη αληθινή δυσκολία για έναν πολιτικό κρατούμενο είναι πρώτα η τεράστια ηθική και πολιτική πίεση που δέχεται ο ίδιος και οι δικοί του από το κυρίαρχο καθεστώς εξ αιτίας της απήχησης αυτού του καθεστώτος μέσα στις μάζες και δεύτερο η φυσική στέρηση, η βία και οι κακουχίες για τον φυλακισμένο που συνοδεύονται πάντα από την ανασφάλεια και την ανησυχία για τις άγνωστες μελλοντικές συνθήκες της κράτησής του. Από την ώρα που ο κρατούμενος αρχίζει να έχει την ιδεολογική υπεροχή μέσα στην κοινωνία και να έχει μια επιδοκιμασία πολύ πιο έκδηλη από εκείνη που έχουν για παράδειγμα τα θύματα της δράσης του, από την ώρα δηλαδή που γίνεται πολιτικός προστατευόμενος του καθεστώτος δεν έχει να φοβάται ούτε τη φυσική βία του. Τουλάχιστον έχει να τη φοβάται πολύ λιγότερο από ότι οι πιο ισχυροί, πλούσιοι και δικτυωμένοι ποινικοί. Δεν πρέπει να έχει κανείς την παραμικρή αμφιβολία ότι μετά από αυτή τη δίκη και την καταδίκη τους οι 17νοεμβρίτες θα είναι μέλη της αριστοκρατίας των ελληνικών φυλακών και όχι οι καταραμένοι τους, τους οποίους πάντως κανείς προοδευτικός άνθρωπος δεν σκέφτηκε ποτέ να συμπεριλάβει στους ήρωες. Ένας συνειδητός σοσιαλφασίστας καταλαβαίνει επίσης ότι το άμεσα προβλεπόμενο μέλλον θα δει τη δύναμη του σοσιαλφασισμού να αναπτύσσεται στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και όχι να μειώνεται και αυτό μοιραία θα αντανακλαστεί και στην διάρκεια και στην ποιότητα της κράτησης των πολιτικών συμβόλων του σοσιαλφασισμού που θα είναι από δω και μπρος οι «αδιάλλακτοι» και οι αναστηλωμένοι 17νοεμβρίτες. Τέλος αν σκεφτεί κανείς ότι η μόνη πραγματική υποχρέωση που έχουν οι 17νοεμβρίτες απέναντι στους προστάτες τους είναι να μην υποστείλουν την καθεστωτική σημαία του σοσιαλφασιστικού αντικαπιταλισμού και αντιιμπεριαλισμού, τότε καταλαβαίνει ότι η πιο συμφερτική, πολιτικά, ηθικά και υλικά επιλογή είναι ο «επαναστατικός ηρωισμός». Ο Κουφοντίνας δεν υπήρξε ποτέ του πιο καθεστωτικός από όσο είναι σήμερα σαν «ηρωικός κρατούμενος». Τέτοια ακριβώς είναι και η πλατφόρμα που κατέβασε στο δικαστήριο.