Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

Δημοσιεύουμε παρακάτω το κείμενο της ομιλίας ενός συντρόφου καθηγητή που εκφωνήθηκε σε ένα Γυμνάσιο της Αθήνας στη διάρκεια της γιορτής για την επέτειο της 28ης Οκτώβρη 1940.

Μετά το τέλος της ομιλίας οι παρευρισκόμενοι μαθητές ξέσπασαν σε θερμό χειροκρότημα, κάτι που δείχνει ολοφάνερα τις ισχυρές αντιστάσεις που βρίσκει ο ναζισμός στο χώρο της νεολαίας. Επίσης, σχεδόν όλοι οι παρευρισκόμενοι καθηγητές συγχάρηκαν προσωπικά το σύντροφο

, τονίζοντας ότι -κάτι που πολύ σπάνια είχε συμβεί στο παρελθόν- ο λόγος τούς άγγιξε βαθιά, ήταν μεστός και πως «χρειάζονταν πολλά κότσια για να τον εκφωνήσει κανείς», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά.

 

 

ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

 

Κυρία Διευθύντρια, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί μας μαθητές, κυρίες και κύριοι

 

Στο βιβλίο της Ιστορίας κάθε τόπου μερικές της σελίδες είναι γραμμένες με χρυσά γράμματα. Γράμματα που δηλώνουν αγώνες για την ελευθερία, την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση.

Δε θα μπορούσε η πατρίδα μας να λείψει από το λαμπρό αυτό κατάλογο.

Ο αγώνας δεν ήταν μόνο ενάντια σε κάποιους παράφρονες ξένους ηγέτες και, πολύ περισσότερο, ενάντια σε κάποιες τυφλωμένες από έπαρση ανθρώπινες μάζες που ακολουθούσαν σαν πιστά σκυλάκια τον «αρχηγό». Ήταν πρώτ’ απ’ όλα αγώνας ενάντια στο φασισμό, δηλαδή ενάντια στην πιο απάνθρωπη, βάρβαρη και κτηνώδη μορφή εξουσίας που έχει εμφανιστεί ποτέ στην ανθρωπότητα.

Ο ε­ορ­τα­σμός μιας τέ­τοιας ε­πε­τεί­ου μπο­ρεί να α­πο­κτή­σει νό­η­μα μό­νο αν απο­τε­λέ­σει α­φορ­μή για πε­ρί­σκε­ψη και γό­νι­μο προ­βλη­μα­τι­σμό. Κι αυ­τό για­τί η Ι­στο­ρί­α μπο­ρεί να ε­πα­να­λη­φθεί, αν οι λα­οί δεν πά­ρουν μα­θή­μα­τα απʼ αυ­τήν. Και εί­ναι τρα­γω­δί­α να ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται στις μέ­ρες μας φαι­νό­μενα πα­ρό­μοια μʼ αυ­τά που έ­ζη­σε η αν­θρω­πό­τη­τα 70 χρόνια πριν.

Ο να­ζι­σμός δεν ή­ταν έ­να κα­πρί­τσιο της Ι­στο­ρί­ας, ού­τε βέ­βαια δημιούργημα ε­νός τρε­λού, ό­πως θέ­λουν με­ρι­κοί να πα­ρου­σιά­ζουν το Χί­τλερ. Ο Χί­τλερ ή­ταν αιμο­βό­ρος, αλ­λά ό­χι τρε­λός. Μια τέ­τοια ά­πο­ψη ου­σια­στι­κά θα τον α­θώ­ω­νε. Ο Χί­τλερ ή­ταν έ­να πρό­σω­πο που πα­ρου­σιά­στη­κε μια καίρια ι­στο­ρι­κή στιγ­μή στην τσα­κι­σμέ­νη οι­κονο­μι­κά και σε α­διέ­ξο­δο πο­λι­τικά Γερ­μα­νί­α του με­σο­πο­λέ­μου πα­ρι­στά­νο­ντας το σω­τή­ρα του λα­ού, το Μεσ­σί­α που θα έ­δι­νε στο γερ­μανι­κό λα­ό την πο­λυ­πό­θη­τη διέ­ξο­δο από τα προβλήματα που τον συνέθλιβαν.

Με ποια συν­θή­μα­τα ο Χί­τλερ συ­γκί­νη­σε και κα­τά­φερε να πεί­σει το λα­ό να του δώ­σει την ε­ξου­σί­α; Θα ά­ξι­ζε τον κό­πο και το χρό­νο να ψά­ξου­με λί­γο αυ­τή την πλευ­ρά, τη συ­νή­θως α­διό­ρα­τη, του φα­σι­σμού, πώς δηλα­δή προ­σπα­θεί να ε­ξε­γεί­ρει τις λα­ϊ­κές μά­ζες και να τις βά­λει στην υ­πη­ρεσί­α του.

Ο Χί­τλερ, εκμεταλλευόμενος το αίσθημα ταπείνωσης που είχε προκαλέσει η Συνθήκη των Βερσαλλιών στους Γερμανούς, το πρώ­το που έ­κα­νε ή­ταν να τα βά­λει με τη Δύ­ση γε­νι­κά, με την Αγ­γλί­α, τη Γαλλία και την Α­με­ρι­κή ι­διαί­τε­ρα. Αργότερα, βέβαια, τα έβαλε, και μάλιστα περισσότερο, με την τότε σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση. Τις δυτικές λοιπόν χώρες τις κατηγορούσε ότι είναι ι­μπε­ριαλι­στι­κές, ενώ ο ί­διος ήταν ο πο­λι­τι­κός εκ­πρό­σω­πος των πιο επιθετι­κών ι­μπε­ρια­λι­στι­κών κε­φα­λαιο­κρα­τι­κών κύ­κλων της τότε Γερμα­νί­ας. «Κά­τω το κε­φά­λαιο», βρο­ντο­φώ­να­ζε για να κερ­δί­σει τους ερ­γάτες. Μέ­χρι και τη ση­μαί­α του, τη σβά­στι­κα με τον α­γκυ­λω­τό σταυ­ρό, τη χρω­μά­τι­σε κόκ­κι­νη για να τους πά­ρει με το μέ­ρος του. Αλλά και το κόμ­μα του το ο­νόμασε ε­θνι­κο­σο­σια­λι­στι­κό, για να θυ­μί­ζει συ­νειρ­μι­κά στους ερ­γα­ζο­μέ­νους τα σο­σια­λι­στι­κά ι­δε­ώ­δη. Τα ρά­σα ό­μως δεν κά­νουν τον παπά, λέ­ει μια σο­φή πα­ροι­μί­α. Κι ό­πως τα ρά­σα δεν κά­νουν τον πα­πά, έ­τσι και η ε­πίκλη­ση του Χί­τλερ σε συν­θή­μα­τα που πα­ρέ­πε­μπαν στην πρό­ο­δο και στους εργάτες ή­ταν κάλ­πι­κη. Όσο κι αν έ­κα­νε τον α­ντι­κα­πι­τα­λι­στή, δεν έ­παυε να εί­ναι ο πιο μαύ­ρος εκ­πρό­σω­πος του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου στη χώ­ρα του.

Δεν ή­ταν ό­μως μό­νο εχθρός των δυτικών δημοκρατικών χωρών και κάθε σοσιαλιστικής χώρας. Έκανε κά­τι πο­λύ χει­ρό­τε­ρο: Καλ­λιέρ­γη­σε στα μυα­λά των συ­μπο­λι­τών του το μί­σος και την α­πέ­χθεια για τους άλ­λους λαούς μέ­σω της δή­θεν α­νω­τε­ρό­τη­τας της γερ­μα­νι­κής φυ­λής. Ήταν δη­λα­δή έ­νας κλα­σι­κός ρα­τσι­στής. Πρό­βαλ­λε συ­νε­χώς τη ρα­τσι­στική θε­ω­ρί­α του «ζω­τι­κού χώ­ρου», υποστηρίζοντας ότι τα σύ­νο­ρα της χώ­ρας του ή­ταν μι­κρά για έ­ναν τό­σο σπουδαί­ο λα­ό ό­πως ο δι­κός του, και την α­ντί­λη­ψη πως ο δι­κός τους πο­λι­τι­σμός εί­ναι α­νώ­τε­ρος α­πό τον πο­λι­τι­σμό ό­λων των άλ­λων ε­θνών, και ε­πο­μέ­νως θα έ­πρε­πε αυ­τό να το ανα­γνω­ρί­ζουν ό­λα τα έ­θνη και να υ­πο­κλί­νο­νται ό­λοι μπρο­στά στο γερ­μα­νι­κό με­γα­λεί­ο, ό­πως έ­λε­γε. Με α­ρω­γό την προ­πα­γάν­δα του Γκέμπελς έ­κα­νε το λα­ό να πι­στέ­ψει πως στα πο­λι­τι­κά πα­ρα­σκή­νια του ε­ξω­τε­ρι­κού, εννο­ώ­ντας και πά­λι τη Δύ­ση, ε­ξυ­φαί­νε­ται μια πα­γκό­σμια απει­λη­τι­κή συ­νω­μοσί­α ε­να­ντί­ον του πε­ριού­σιου, δή­θεν, γερ­μα­νι­κού λα­ού, τον ο­ποί­ο τά­χα­τες όλοι ζη­λεύ­ουν και ό­λοι α­δι­κούν και ε­πο­φθαλ­μιούν για το με­γα­λεί­ο του. Κα­τά τη δι­κή του ά­πο­ψη, ό­λοι οι άλ­λοι λα­οί «χρω­στού­σαν» στη Γερ­μα­νί­α πο­λι­τι­σμό και πα­γκό­σμια α­να­γνώριση. Και κα­θό­ρι­σε ως κέ­ντρο τής κα­τά φα­ντα­σί­αν αυτής συ­νω­μο­σί­ας τους Ε­βραί­ους, συ­νή­θεις φταί­χτες σε πε­ριό­δους πο­λι­τι­κής και οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, κα­τά την α­ντί­λη­ψη πολ­λών.

Ας μην πάμε όμως μακριά. Μή­πως και σή­με­ρα αρκετοί -και στη χώρα μας και παγκοσμίως- δεν ε­πα­να­λαμ­βά­νουν τα ί­δια χι­τλε­ρι­κά στε­ρε­ό­τυ­πα, δηλαδή ό­τι για ό­λα φταί­νε οι μο­χθη­ροί Ε­βραί­οι; Και σή­με­ρα δε λέ­νε αρκετοί «ό­λοι οι λα­οί χρω­στά­νε σʼ ε­μάς, για­τί ε­μείς τους δώ­σα­με τον πο­λι­τι­σμό που σή­με­ρα αυ­τοί έ­χουν»; Δε λέ­νε α­κό­μα και σή­με­ρα ότι «πρέ­πει η Δύ­ση, και ειδικότερα η Ευρώπη, να α­να­γνω­ρί­σει την α­νω­τε­ρό­τη­τα του δι­κού μας πο­λι­τι­σμού»; Δεν υ­πο­στη­ρί­ζουν και σή­με­ρα αρκετοί ό­τι για την οι­κο­νο­μι­κή ε­ξα­θλί­ω­ση, τη φτώ­χεια και τους πο­λέ­μους φταί­νε ό­λοι οι άλ­λοι ε­κτός α­πό αυτούς τους ί­διους;

Έχουμε κά­τσει πο­τέ να σκε­φτού­με σο­βα­ρά ό­τι δεν εί­ναι έ­τσι τα πράγ­μα­τα; Ο ρα­τσι­σμός και ο φα­σι­σμός δεν εί­ναι μια μα­κρι­νή ιστο­ρί­α. Ας μην έ­χου­με την αυ­τα­πά­τη ό­τι ξε­μπερ­δέ­ψα­με μια και κα­λή με το Χί­τλερ. Με το Χί­τλερ τε­λειώ­σα­με, ό­χι ό­μως και με το χιτλε­ρι­σμό και γενικά με κάθε φασισμό. Ο φα­σι­σμός, αν οι λα­οί δεν έ­χουν τα μά­τια τους α­νοι­χτά, με­τα­μορφώ­νε­ται συ­νε­χώς προ­σπα­θώ­ντας να τους ε­ξα­πα­τή­σει και να τους πα­ρα­σύ­ρει στο παι­χνί­δι του πο­λέ­μου και της αλ­λη­λο­ε­ξό­ντω­σης. Ο λύ­κος αλ­λά­ζει συ­νε­χώς προ­βιές, προ­βά­ρο­ντας κά­θε φο­ρά την πιο φα­ντα­χτε­ρή για την πε­ρί­στα­ση. Δεν εί­ναι και πο­λύ δύ­σκο­λο για έ­να λα­ό τσακι­σμέ­νο α­πό την α­νέ­χεια και α­πο­γοη­τευ­μέ­νο α­πό την πο­λι­τι­κή και τους πο­λι­τι­κούς να πέ­σει στα νύ­χια ε­νός επι­τή­δειου φα­σί­στα.

Θέλω να σας κάνω μια εξομολόγηση. Όσα σας είπα μέχρι εδώ είναι ο λόγος που είχα εκφωνήσει από το ίδιο αυτό βήμα μερικά χρόνια πριν στην ίδια επέτειο. Μη βιαστείτε όμως να με κατακρίνετε ότι λέω τα ίδια και τα ίδια. Άλλωστε, δεν είναι κι εύκολο πράγμα να γράφεις κάθε φορά έναν ολοκαίνουριο λόγο αρχίζοντας από το μηδέν. Όταν τα έλεγα αυτά πριν από 4 μόλις χρόνια ούτε εγώ ο ίδιος μπορούσα να πιστέψω ότι η πραγματικότητα που ζούμε σήμερα θα ήταν πιο εφιαλτική από μια πρόβλεψη. Κι εμένα μου ήταν -και μου είναι ακόμη και τώρα- δύσκολο να δεχθώ ότι στη χώρα μας που πρώτη στον κόσμο ντρόπιασε τις φασιστικές ορδές γεννήθηκε, αντρώθηκε και μάλιστα μπήκε και στη βουλή καμαρωτό-καμαρωτό ένα κόμμα που δεν έκρυβε, μέχρι ένα σημείο τουλάχιστον, το φιλοναζισμό και φιλοχιτλερισμό του. Είναι πράγματι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς όλο το πολιτικό και δικαστικό σύστημα μιας φαινομενικά, τουλάχιστον, δημοκρατικής χώρας σαν τη δικιά μας έκανε μέχρι τώρα τα στραβά μάτια μπροστά στα χιλιάδες μαχαιρώματα και στους ξυλοδαρμούς μεταναστών, αλλά και κάθε αντίθετης φωνής, που οργανώνονταν και διαπράττονταν μεθοδικά από τη συμμορία αυτή της πιο Μαύρης Καταχνιάς που έχει δει ποτέ η χώρα μας. Για να μη μιλήσω για τη δυσωδία και την μπόχα που αναδυόταν κάθε φορά που αυτοί οι δήθεν εχθρικοί προς το σύστημα τύποι άνοιγαν το στόμα τους.

Πώς μπόρεσε το πολιτικό και δικαστικό σύστημα της χώρας μας να τους επιτρέψει να είναι νόμιμοι; Έπρεπε να φτάσουμε στη βάρβαρη δολοφονία ενός νέου ανθρώπου και καλλιτέχνη, του Παύλου Φύσσα, για να αρχίσουν να ξυπνούν μερικές συνειδήσεις;

Αλλά και τώρα, που το τέρας φαίνεται σχετικά ξεδοντιασμένο, μην ξεγελιέστε. Όσο ο φασισμός στην Ελλάδα είναι νόμιμος, θα χρησιμοποιεί τα όπλα που του παρέχει η δημοκρατία για να την εξαφανίσει από προσώπου γης. Σε τρεις μέρες θα δούμε στις οθόνες των τηλεοράσεών μας να καταθέτουν στεφάνια προς τιμήν των πεσόντων του ʼ40 αυτούς που υμνούν τα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία σοφά ο λαός βάφτισε γερμανοτσολιάδες, αφού στη διάρκεια της Κατοχής σε συνεργασία με τους κατακτητές χιτλερικούς χτυπούσαν τον ελληνικό λαό, πρόδιδαν και σκότωναν τους αντιστασιακούς. Πώς γίνεται να υποστηρίζεις ότι τιμάς τους ήρωες του ʼ40 και ταυτόχρονα να καταθέτεις στεφάνια μαζί με τους πολιτικούς απογόνους εκείνων που τους σκότωναν; Τι κατάντια είναι αυτή για τη χώρα μας;

Σε τέτοιες επετείους συνηθίζουμε να λέμε πως είμαστε περήφανοι για τους προγόνους μας που έχυσαν το αίμα τους για να είμαστε εμείς ελεύθεροι. Ας το δούμε και λίγο αντίστροφα: Αν οι ήρωες του ’40 ζούσαν σήμερα, θα ήταν υπερήφανοι για μας τους απογόνους τους, οι οποίοι στείλαμε στην ελληνική Βουλή τους χιτλερικούς, που τους κάναμε δηλαδή νομοθέτες; Πολύ αμφιβάλλω.

Ας μη νομίσουμε ότι αυτά αφορούν μόνο σε κάποιους άλλους και όχι σ’ εμάς. Ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Ας ψάξουμε βαθιά μέσα μας να δούμε τι μας συμβαίνει και τι μπορούμε και πρέπει να κάνουμε. 

Έτσι θα πάει μπροστά η χώρα μας; Με διακρίσεις εθνικού χαρακτήρα, που παραπέμπουν σε ρατσιστική συμπεριφορά; Είναι αυτή συμπεριφορά δημοκρατικών ανθρώπων; Πού πήγε όλο αυτό το αίμα που έχυσαν οι λαοί στο διάβα της Ιστορίας, για να κατακτηθεί η ισότητα και να καταργηθούν οι διακρίσεις φυλετικού, θρησκευτικού και εθνικού χαρακτήρα; Τι σχέση έχει η κτηνώδης συμπεριφορά των ανθρώπων της Μαύρης Καταχνιάς με τις βασικές αρχές του Χριστιανισμού για την ισότητα, ιδίως με την αρχή που διδάσκει «μην κάνεις στους άλλους αυτό που δε θα ήθελες να σου κάνουν εσένα»; Ή με το πανανθρώπινο μήνυμα που εκπέμπουν τα λόγια της Αντιγόνης του Σοφοκλή, η οποία λέει «Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν», δηλαδή: «Δε γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ»;

Απέναντι στη σημερινή θλιβερή πραγματικότητα της γενικευμένης κρίσης στη χώρα μας η Μαύρη Καταχνιά παριστάνει το σωτήρα, το σύγχρονο άγιο Γεώργιο που θα σκοτώσει το δράκο και θα ελευθερώσει τον ελληνικό λαό από τη φτώχεια και τη μιζέρια. Η απάντηση όμως στα προβλήματα του λαού πρέπει να είναι οι σουγιάδες; Ή μήπως πρέπει να είναι μια πλατιά συζήτηση μέσα στο λαό για το πώς φτάσαμε ως εδώ, τι και ποιος έφταιξε για την κρίση και, αφού καταλήξουμε κάπου, να απομονώσουμε καταρχάς πολιτικά τους υπεύθυνους με τα μέσα που μας παρέχει η δημοκρατία;

Αν θέ­λου­με να σβη­στεί για πά­ντα α­πό τη μνή­μη της αν­θρω­πό­τη­τας η να­ζι­στι­κή θηριω­δί­α, δεν αρ­κεί να την κα­τα­δι­κάζου­με σε εκ­δη­λώ­σεις ε­πε­τεια­κού χα­ρα­κτή­ρα σαν τη ση­με­ρι­νή. Πρέ­πει να ε­παγρυ­πνού­με και να πο­λε­μά­με το φα­σι­σμό ό­που και αν αυ­τός εκ­δη­λώ­νε­ται: Στη δου­λειά, στην πο­λι­τι­κή, στην οι­κο­νο­μί­α, στις ε­θνι­κές μειο­νό­τη­τες, στις διακρα­τικές σχέ­σεις, στην ε­πι­κοι­νω­νί­α μας με τους άλ­λους λα­ούς, ι­διαί­τε­ρα τους γει­το­νι­κούς, α­κό­μα και μέ­σα στην ί­δια μας την οι­κο­γέ­νεια. Μό­νο έ­τσι θα μπο­ρού­με να κοι­μό­μα­στε ή­συ­χοι και να εί­μα­στε α­γα­πη­μέ­νοι. Μό­νο έ­τσι θα μπο­ρέ­σου­με να ε­πι­δο­θού­με σε μια ευ­γε­νι­κή ά­μιλ­λα με τους άλ­λους λα­ούς και να πά­ρου­με απ’ αυ­τούς ό,τι κα­λύ­τε­ρο έ­χουν, ό­πως κι αυ­τοί α­πό το δι­κό μας λαό. Μό­νο έ­τσι θα μπο­ρέ­σει να βα­δί­σει ο­λό­κλη­ρη η αν­θρω­πό­τη­τα χέ­ρι-χέ­ρι στο δρό­μο της προ­ό­δου και της προ­κο­πής.

Γι’ αυτά τα ιδανικά έχυσαν το αίμα τους οι πρόγονοί μας το ’40 στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας.

Τον Απρίλη του 1941 οι δυνάμεις του ξένου φασισμού, στηριγμένες στα υπέρτερα τεχνικά μέσα και στην αριθμητική τους δύναμη, κατάφεραν να κατακτήσουν την Ελλάδα. Τι, στην ουσία, κατάκτησαν όμως; Μπόρεσαν να κερδίσουν τη λαϊκή ψυχή; Σίγουρα όχι. Κι αυτό φάνηκε περίτρανα στα χρόνια ‘41-’44, στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης. Ήταν τότε που σύσσωμος ο ελληνικός λαός και η πολιτική του ηγεσία, εκτός από μερικές θλιβερές εξαιρέσεις δωσίλογων φασιστών, όπως ήταν οι ταγματασφαλίτες, έδωσε ένα γερό χαστούκι στο πρόσωπο των κατακτητών. Έδωσε ένα μάθημα σ’ όλους αυτούς που νομίζουν πως ένας μι-κρός, αριθμητικά, λαός είναι μοιραίο να υποταχτεί σ’ έναν ισχυρότερο.

Το δίκιο είναι αυτό που κάνει το μικρό λαό να γιγαντώνεται και να αντιστέκεται, να κουρελιάζει και να εξευτελίζει το μεγάλο στρατό στο πεδίο της μάχης.

Τη Ρωμιοσύνη, λοιπόν, δεν πρέπει να την κλαίμε. Εκεί που πάει να σκύψει, με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο, να τη! Να τη, πετιέται. Πετιέται από ‘ξαρχής κι αντριεύει, και θεριεύει.

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου 1940!

Ζήτω η αδούλωτη ψυχή του ελληνικού λαού!