Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μάο Τσε Τουνγκ: Για την πράξη (1937)

Ο Πρόεδρος Μάο Ο Πρόεδρος Μάο
  Δημοσιεύουμε παρακάτω ένα πρώτο μέρος του σπουδαίου φιλοσοφικού δοκίμιου «Για την πράξη» που έγραψε ο Μάο Τσε Τουνγκ το 1937 στη διάρκεια του αντιγιαπωνέζικου εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου. Τέτοια αρχειακά κείμενα των κλασικών είναι πάντα
επίκαιρα. Απλά τώρα είναι πολύ επίκαιρο το συγκεκριμένο αυτό κείμενο που με μεγάλη σαφήνεια και απλότητα συμπυκνώνει και αναπτύσσει την μαρξολενινιστική θεωρία της γνώσης στο συσχετισμό της με την πράξη και που υπήρξε εξαιρετικά πολύτιμος οδηγός για την ΟΑΚΚΕ στην πορεία της. Είναι πολύ επίκαιρο γιατί οι πολιτικές εξελίξεις και στη χώρα μας και παγκόσμια, δηλαδή η γενική κοινωνική πρακτική έρχεται να κάνει σήμερα δύο πράγματα ταυτόχρονα: Το ένα είναι να επαληθεύσει τις αναλύσεις και τις προβλέψεις μας που στηρίχθηκαν στην πολύχρονη πρακτική μας συμμετοχή στην ταξική πάλη κάτω από το φως της μαρξιστικής-λενινιστικής-μαοϊστικής θεωρίας, δηλαδή που εκπονήθηκαν ενάντια στο δογματισμό και στον εμπειρισμό. Το άλλο, και το σημαντικότερο είναι να μας σπρώξει στο να βάλουμε τις όποιες θεωρητικές μας καταχτήσεις στην υπηρεσία μιας νέας περιόδου πρακτικής πάλης που θα δοθεί σε ανώτερο επίπεδο, και που θα περιλαμβάνει την πάλη για την αποτροπή της ωμής φασιστικής δικτατορίας που ετοιμάζουν οι σοσιαλιμπεριαλιστές και οι πράκτορές τους στη χώρα μας και την πάλη για την ίδρυση του νέου κομμουνιστικού κόμματος.
 
Η μετάφραση αυτού του κειμένου έγινε πρόσφατα από τους συντρόφους μας απευθείας από το γαλλικό πρωτότυπο των «Εκδόσεων του Λαού» του παλιού επαναστατικού ΚΚ Κίνας. Στο επόμενο φύλο της Ν.Α θα δημοσιεύσουμε το υπόλοιπο τμήμα του.
 
 Μάο Τσε Τουνγκ
 
Για την πράξη
 
(1937)
 
Υπήρξαν στο Κόμμα μας σύντροφοι, οπαδοί του δογματισμού, που για πολύ καιρό απέρριπταν την πείρα της κινέζικης επανάστασης, αρνούνταν την αλήθεια πως «ο μαρξισμός δεν είναι ένα δόγμα, αλλά ένας οδηγός για δράση», και δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να τρομάζουν τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις ξεκομμένες, παρμένες στην τύχη από μαρξιστικά κείμενα.
 
Υπήρξαν επίσης άλλοι σύντροφοι, οπαδοί του εμπειρισμού, που για πολύ καιρό έμειναν αγκιστρωμένοι στην περιορισμένη προσωπική τους πείρα, χωρίς να αντιλαμβάνονται τη σημασία της θεωρίας για την επαναστατική πράξη και χωρίς να βλέπουν την κατάσταση της επανάστασης στο σύνολό της. Του κάκου εργάσθηκαν με ζήλο˙ η δουλειά τους γινόταν στα τυφλά.
 
Οι λαθεμένες αντιλήψεις των δύο αυτών ομάδων συντρόφων και ιδιαίτερα οι δογματικές αντιλήψεις, προξένησαν τεράστια ζημία στην κινέζικη επανάσταση στα χρόνια 1931-1934. Άλλωστε, οι δογματιστές, σκεπασμένοι με τη μαρξιστική τήβενο, οδήγησαν σε λαθεμένο δρόμο αρκετούς συντρόφους μας.
 
Το παρόν έργο έχει σκοπό να ξεσκεπάσει, ξεκινώντας από τις θέσεις της μαρξιστικής θεωρίας για τη γνώση, τα σφάλματα που είχαν διαπραχθεί από τους οπαδούς του δογματισμού και του εμπειρισμού, και ιδιαίτερα του δογματισμού, στους κόλπους του Κόμματος. Επειδή στο έργο αυτό η έμφαση δίνεται στην καταγγελία αυτής της ποικιλίας του υποκειμενισμού, που είναι ο δογματισμός που περιφρονεί την πράξη, γι αυτό το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Για την πράξη». Οι ιδέες που αναπτύσσονται εδώ από τον Μάο Τσε – Τουνγκ, είχαν εκτεθεί σε έναν κύκλο διαλέξεων, που έκανε στην Αντιγιαπωνέζικη στρατιωτική και πολιτική Σχολή του Γενάν τον Ιούλη του 1937.
 
Η ειδική επιτροπή της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος
της Κίνας για την έκδοση της Εκλογής έργων του Μάο Τσε – Τουνγκ.
 
Ο προμαρξιστικός υλισμός εξέταζε το πρόβλημα της γνώσης χωρίς να λαβαίνει υπόψη του την κοινωνική φύση των ανθρώπων, χωρίς να λαβαίνει υπόψη την ιστορική ανάπτυξη της ανθρωπότητας, και γι αυτό το λόγο ήταν ανίκανος να καταλάβει πως η γνώση εξαρτιέται από την κοινωνική πράξη, πως δηλαδή εξαρτιέται από την παραγωγή και την ταξική πάλη.
 
Οι μαρξιστές θεωρούν πρώτα – πρώτα, πως η παραγωγική δραστηριότητα των ανθρώπων αποτελεί την ίδια τη βάση της πρακτικής τους δραστηριότητας, η οποία και καθορίζει κάθε άλλη δραστηριότητα. Ως προς τη γνώση τους, οι άνθρωποι εξαρτιόνται ουσιαστικά από την υλική παραγωγική τους δραστηριότητα, στην πορεία της οποίας συλλαμβάνουν βαθμιαία τα φαινόμενα της φύσης, τις ιδιότητές τους, τους νόμους τους, καθώς και τις σχέσεις του ανθρώπου προς τη φύση. Ταυτόχρονα, χάρη στην παραγωγική τους δραστηριότητα, μαθαίνουν να γνωρίζουν σε διάφορους βαθμούς και προοδευτικά, τις καθορισμένες σχέσεις, που υπάρχουν ανάμεσα τους. Από όλες αυτές τις γνώσεις καμιά δεν θα μπορούσε να αποκτηθεί έξω από την παραγωγική δραστηριότητα. Στην αταξική κοινωνία, το κάθε ξεχωριστό άτομο, όντας μέλος αυτής της κοινωνίας, ενώνει τις προσπάθειές του με τα άλλα μέλη, έρχεται σε καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις μαζί τους, επιδίδεται σε μια παραγωγική δραστηριότητα για να λύσει τα προβλήματα που σχετίζονται με την υλική ζωή των ανθρώπων. Στις ταξικές κοινωνίες, τα μέλη των διαφορετικών τάξεων έρχονται, κάτω από ποικίλες μορφές, σε καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις, επιδίδονται το ίδιο σε μια παραγωγική δραστηριότητα, η οποία κατευθύνεται στη λύση των προβλημάτων, που σχετίζονται με την υλική ζωή των ανθρώπων. Εκεί βρίσκεται η ίδια η πηγή της ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης.
 
Η κοινωνική πράξη των ανθρώπων δεν περιορίζεται σε μόνη την παραγωγική δραστηριότητα· παίρνει και άλλες πολλές μορφές ακόμα: της ταξικής πάλης, της πολιτικής ζωής, της δραστηριότητας που αναπτύσσεται στην επιστήμη και στην τέχνη. Με δυό λόγια, ο κοινωνικός άνθρωπος συμμετέχει σ’ όλους τους τομείς της πρακτικής ζωής της κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να γνωρίσει το κόσμο, κατανοεί σε διαφορετικούς βαθμούς, όχι μόνο στην υλική ζωή μα επίσης και στην πολιτική και πολιτιστική ζωή (που συνδέεται στενά με την υλική ζωή), τις διαφορετικές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Ανάμεσα σ’ αυτές τις άλλες μορφές της κοινωνικής πρακτικής η ταξική πάλη κάτω από τις ποικίλες εκδηλώσεις της ασκεί ιδιαίτερα μια βαθιά επίδραση στην ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης. Στην ταξική κοινωνία, ο κάθε άνθρωπος κατέχει μία καθορισμένη ταξική θέση και δεν υπάρχει καμιά σκέψη, που να μη φέρει μία ταξική σφραγίδα.
 
Οι μαρξιστές θεωρούν, πως η παραγωγική δραστηριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας αναπτύσσεται βήμα προς βήμα, από τις κατώτερες βαθμίδες στις ανώτερες˙ για το λόγο αυτό οι ανθρώπινες γνώσεις, τόσο αναφορικά με τη φύση όσο και αναφορικά με την κοινωνία, αναπτύσσονται επίσης βήμα προς βήμα, από τις κατώτερες βαθμίδες στις ανώτερες, δηλαδή, από το επιφανειακό στο βαθύ, από το μονόπλευρο στο πολύπλευρο. Στη διάρκεια μιας εξαιρετικά μακρόχρονης ιστορικής περιόδου, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την ιστορία της κοινωνίας παρά κατά τρόπο μονόπλευρο γιατί, από τη μια πλευρά οι προκαταλήψεις των εκμεταλλευτριών τάξεων διαστρέβλωναν διαρκώς την ιστορία της ανθρωπότητας και από την άλλη, η περιορισμένη κλίμακα της παραγωγής, περιόριζε τον ορίζοντα των ανθρώπων. Και μόνο όταν, με τη γιγάντια εμφάνιση των παραγωγικών δυνάμεων –της μεγάλης βιομηχανίας- παρουσιάστηκε ταυτόχρονα το σύγχρονο προλεταριάτο, μπόρεσαν οι άνθρωποι να φτάσουν σε μια πλήρη ιστορική κατανόηση της ανάπτυξης της κοινωνίας και να μετασχηματίσουν αυτή τη γνώση σε επιστήμη, την επιστήμη του μαρξισμού.
 
Οι μαρξιστές θεωρούν, πως οι άνθρωποι δεν έχουν άλλο κριτήριο για την αλήθεια της γνώσης τους του εξωτερικού κόσμου παρά την κοινωνική τους πρακτική. Γιατί, στην πραγματικότητα μόνο φτάνοντας μέσω της κοινωνικής πράξης (στη διαδικασία της υλικής παραγωγής, της ταξικής πάλης, των επιστημονικών πειραματισμών) στα αποτελέσματα που περιμένουν απ’ αυτή, μόνο τότε οι άνθρωποι λαβαίνουν την επιβεβαίωση της αλήθειας των γνώσεών τους. Εάν θέλουν να έχουν επιτυχίες στη δουλειά τους, δηλαδή, να φτάσουν στα αποτελέσματα που περιμένουν, οφείλουν να κάνουν έτσι ώστε να αντιστοιχιστούν οι ιδέες τους με τους νόμους του αντικειμενικού εξωτερικού κόσμου˙ στην αντίθετη περίπτωση θα αποτύχουν στην πράξη. Όταν οι άνθρωποι αποτυχαίνουν, παίρνουν ένα μάθημα και τροποποιούν τις ιδέες τους έτσι ώστε να τις κάνουν να αντιστοιχιστούν με τους νόμους του αντικειμενικού εξωτερικού κόσμου˙ και έτσι να μετατρέψουν την αποτυχία τους σε επιτυχία. Αυτό εκφράζουν τα γνωμικά: «Η αποτυχία είναι μητέρα της επιτυχίας», «κάθε αποτυχία μας κάνει σοφότερους».
 
Η υλιστική – διαλεκτική θεωρία της γνώσης θέτει σε πρώτη μοίρα την πράξη, θεωρώντας, πως η ανθρώπινη γνώση κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί να αποκοπεί από την πράξη και απορρίπτει όλες τις λαθεμένες θεωρίες που αρνούνται τη σπουδαιότητα της πράξης και ξεκόβουν τη γνώση από την πράξη. Ο Λένιν είπε: «Η πράξη είναι ανώτερη από τη γνώση (τη θεωρητική γνώση) γιατί έχει το πλεονέκτημα όχι μόνο του γενικού, μα και της άμεσης πραγματικότητας [1]
 
Η μαρξιστική φιλοσοφία –ο διαλεκτικός υλισμός- έχει δύο ξεκάθαρα διακριτικά γνωρίσματα: το πρώτο, είναι ο ταξικός χαρακτήρας της, διακηρύσσει ανοικτά πως ο διαλεκτικός υλισμός υπηρετεί το προλεταριάτο. το δεύτερο, είναι ο πρακτικός χαρακτήρας της. Εδώ δίνει την έμφαση στο γεγονός ότι η θεωρία εξαρτάται από την πράξη, ότι η θεωρία στηρίζεται στην πράξη και με τη σειρά της, υπηρετεί την πράξη. Η αλήθεια μιας γνώσης ή μιας θεωρίας καθορίζεται όχι από την υποκειμενική εκτίμηση, αλλά από τα αντικειμενικά αποτελέσματα της κοινωνικής πρακτικής. Το κριτήριο της αλήθειας δεν μπορεί να είναι άλλο από την κοινωνική πρακτική. Η άποψη της πράξης, είναι η πρώτη, η βασική άποψη της υλιστικής-διαλεκτικής θεωρίας της γνώσης [2]
 
Αλλά, πως η ανθρώπινη γνώση γεννιέται από την πράξη και πως, με τη σειρά της, υπηρετεί την πράξη; Για να το καταλάβουμε αυτό, αρκεί να εξετάσουμε το προτσές ανάπτυξης της γνώσης.
 
Οι άνθρωποι, στη διαδικασία της πρακτικής τους δραστηριότητας, στην αρχή δεν βλέπουν παρά την εξωτερική όψη των διαφόρων πραγμάτων, των διαφόρων φαινομένων, τον εξωτερικό δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στα μεμονωμένα πράγματα και φαινόμενα. Έτσι, λόγου χάρη, οι άνθρωποι, που ήρθαν από αλλού για να μελετήσουν την κατάσταση στο Γενάν, την πρώτη ή τη δεύτερη μέρα είδαν την τοποθεσία, τους δρόμους, τα σπίτια. Ήρθαν σε επαφή με πολλούς ανθρώπους, παραβρέθηκαν σε τελετές υποδοχής, σε εσπερίδες, σε συγκεντρώσεις, άκουσαν διάφορους λόγους, διάβασαν διάφορα ντοκουμέντα. Όλα αυτά αποτελούν την εξωτερική όψη των φαινομένων, μεμονωμένες απόψεις αυτών των φαινομένων και τον εξωτερικό δεσμό που υπάρχει μεταξύ τους. Αυτή η βαθμίδα της διαδικασίας της γνώσης ονομάζεται βαθμίδα της αιθητηριακής αντίληψης, δηλαδή βαθμίδα των αισθήσεων και των παραστάσεων. Τα διάφορα φαινόμενα, που συνάντησαν στο Γενάν τα μέλη της επιτροπής ερεύνης, επενεργώντας στα αισθητήρια όργανα τους, τους δημιούργησαν καθορισμένα αισθητηριακές αντιλήψεις και προκάλεσαν στον εγκέφαλό τους μια ολόκληρη σειρά από παραστάσεις ανάμεσα στις οποίες ένας κατά προσέγγιση συσχετισμός, μια εξωτερική σύνδεση. Τέτοια είναι η πρώτη βαθμίδα της γνώσης. Στη βαθμίδα αυτή, οι άνθρωποι δεν μπορούν ακόμα να επεξεργασθούν έννοιες που βρίσκονται σε πιο βαθύ επίπεδο, ούτε να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα.
 
Η συνέχιση της κοινωνικής πρακτικής οδηγεί σε πολλαπλή επανάληψη των φαινομένων που προκαλούν στους ανθρώπους αισθητηριακές αντιλήψεις και παραστάσεις. Τότε δημιουργείται στον εγκέφαλό τους μια αλλαγή, ένα άλμα στη διαδικασία της γνώσης, και αναδύεται η έννοια. Η έννοια δεν αντανακλά πια μόνο την εξωτερική όψη των πραγμάτων, των φαινομένων, των μεμονωμένων πλευρών τους, την εξωτερική τους συσχέτιση, συλλαμβάνει την ουσία των πραγμάτων και των φαινομένων στην ουσία τους, στο σύνολό τους, στην εσωτερική τους συσχέτιση. Η διαφορά ανάμεσα στην έννοια και στην αίσθητηριακή αντίληψη δεν είναι μόνο ποσοτική, αλλά και ποιοτική. Πηγαίνοντας παραπέρα σε αυτήν την κατεύθυνση με τη βοήθεια της κρίσης, της λογικής αφαίρεσης μπορούμε να καταλήξουμε σε λογικά συμπεράσματα.. Όταν, στο μυθιστόρημα των τριών βασιλείων [3] λέγεται: «Φτάνει να συνοφρυωθείς, κι ένα στρατήγημα θα σου κατεβεί αμέσως στο μυαλό», ή, όταν συνήθως λέμε: «Άφησέ με να σκεφθώ», αυτό σημαίνει, πως ο άνθρωπος ενεργεί διανοητικά με τη βοήθεια των εννοιών, για να εκφέρει κρίσεις και να εξαγάγει συμπεράσματα. Αυτή είναι η δεύτερη βαθμίδα της γνώσης.
 
Τα μέλη της επιτροπής ερεύνης, που ήρθαν στο Γενάν, αφού συγκεντρώσουν ποικίλα στοιχεία «και σκεφθούν πάνω σ’ αυτά», θα μπορέσουν να εκφέρουν την ακόλουθη κρίση: «Η πολιτική του ενιαίου εθνικού αντιγιαπωνέζικου μετώπου, που εφαρμόζει το Κομμουνιστικό Κόμμα, είναι συνεπής, ειλικρινής και τίμια». Αν είναι το ίδιο με μας τίμιοι οπαδοί της ενότητας και επιδιώκουν να εξασφαλισθεί η σωτηρία του έθνους, θα μπορέσουν, αφού εκφέρουν μια τέτοια κρίση, να προχωρήσουν παραπέρα και να εξαγάγουν το ακόλουθο συμπέρασμα: «Το ενιαίο εθνικό αντιγιαπωνέζικο μέτωπο μπορεί να πετύχει». Μέσα στη γενική διαδικασία της γνώσης που αποκτούν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε φαινόμενο, αυτή η βαθμίδα των εννοιών, των κρίσεων και των επαγωγικών συμπερασμάτων (αφαιρέσεων, επαγωγών), εμφανίζεται σαν η πιο σημαντική βαθμίδα, η βαθμίδα της λογικής γνώσης.
 
Το αληθινό καθήκον της γνώσης συνίσταται στο να ανυψωθεί από την αισθητηριακή αντίληψη στη σκέψη, να ανυψωθεί ως τη βαθμιαία κατανόηση των εσωτερικών αντιφάσεων των πραγμάτων, των φαινομένων που υπάρχουν αντικειμενικά, ως τη κατανόηση των νόμων τους, της εσωτερικής συσχέτισης των διαφόρων προτσές, συνίσταται δηλαδή στο να καταλήξει στη λογική γνώση. Επαναλαμβάνουμε: η λογική γνώση διαφέρει από την αισθητηριακή γνώση κατά το ότι ενώ η αισθητηριακή γνώση συλλαμβάνει μεμονωμένες όψεις των πραγμάτων, των φαινομένων, τις εξωτερικές όψεις τους, τον εξωτερικό δεσμό των φαινομένων, η λογική γνώση κάνοντας ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος, συλλαμβάνει το φαινόμενο στο σύνολό του, την ουσία του και τον εσωτερικό δεσμό των φαινομένων, ανέρχεται ως την αποκάλυψη των εσωτερικών αντιθέσεων του κόσμου, που μας περιβάλλει, και από κει μπορεί να συλλάβει την ανάπτυξη του κόσμου αυτού στην καθολικότητα του, στη γενική διασύνδεση όλων του των πλευρών.
 
Μια τέτοια υλιστική – διαλεκτική θεωρία της διαδικασίας ανάπτυξης της συνείδησης, θεμελιωμένη στην πράξη, που να προχωρεί απ’ αυτό που βρίσκεται στην επιφάνεια σ’ αυτό που βρίσκεται στο βάθος, ήταν άγνωστη πριν από το μαρξισμό. Πρώτος ο μαρξιστικός υλισμός έλυσε σωστά το πρόβλημα αυτό, αποκαλύπτοντας κατά τρόπο υλιστικό και διαλεκτικό, την κίνηση της εμβάθυνσης της γνώσης, κίνηση δια μέσου της οποίας οι άνθρωποι, μέσα στην κοινωνία, περνάνε από την αισθητηριακή γνώση στη λογική γνώση στη διάρκεια της πολύπλοκης και διαρκώς επαναλαμβανόμενης πρακτικής τους στην παραγωγή και στην ταξική πάλη. Ο Λένιν είπε: «Οι αφαιρέσεις της ύλης, του νόμου της φύσης, η αφαίρεση της αξίας κ.λ.π., με μια λέξη, όλες οι επιστημονικές αφαιρέσεις (οι σωστές, οι σοβαρές, οι όχι αυθαίρετες) αντανακλούν τη φύση πιο βαθιά, πιο πιστά, πιο ολοκληρωμένα»[4]. Ο μαρξισμός – λενινισμός θεωρεί, πως το ιδιαίτερο που διακρίνει τις δυό βαθμίδες του προτσές της γνώσης, είναι ότι στην κατώτερη βαθμίδα η γνώση εμφανίζεται σαν αισθητηριακή γνώση, στην ανώτερη βαθμίδα σαν λογική γνώση, αλλά, οπωσδήποτε οι δύο αυτές βαθμίδες αποτελούν βαθμίδες μιας ενιαίας γνωστικής διαδικασίας. Η αισθητηριακή γνώση και η λογική γνώση διαφέρουν ποιοτικά μα ωστόσο δεν είναι ξεκομμένες η μία από την άλλη, αλλά είναι ενωμένες στη βάση της πράξης.
 
Όπως αποδεικνύει η πρακτική μας αυτό που έχουμε αντιληφθεί με τις αισθήσεις μας, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε άμεσα, και, πως μόνο αυτό που έχουμε κατανοήσει, μπορούμε να το αντιληφθούμε με βαθύτερο τρόπο. Η αισθητηριακή αντίληψη δεν μπορεί να λύσει παρά το πρόβλημα των εξωτερικών όψεων των φαινομένων· το πρόβλημα της ουσίας δεν μπορεί να λυθεί παρά μόνο από την θεωρία. Η λύση των προβλημάτων αυτών δεν μπορεί να επιτευχθεί κατά κανένα τρόπο έξω από την πρακτική. Κανένα φαινόμενο δεν μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος αν δεν έρθει σε επαφή μ’ αυτό, χωρίς δηλαδή να ζήσει ( να παραδοθεί στην πρακτική) στον ίδιο το χώρο μέσα στον οποίο εκδηλώνεται το φαινόμενο αυτό.
 
Στις συνθήκες της φεουδαρχικής κοινωνίας ήταν αδύνατο να γνωρίζουν από τα πριν οι άνθρωποι τους νόμους της καπιταλιστικής κοινωνίας, εφόσον ο καπιταλισμός δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του και δεν υπήρχε μια αντίστοιχη πρακτική. Ο μαρξισμός δεν μπορούσε παρά να είναι προϊόν της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού ο Μαρξ δεν μπορούσε να γνωρίζει από τα πριν, συγκεκριμένα, ορισμένους νόμους, χαρακτηριστικούς της εποχής του ιμπεριαλισμού, εφόσον ο ιμπεριαλισμός, σαν το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του οπότε έλλειπε η αντίστοιχη πρακτική· μόνο ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να αναλάβουν αυτό το καθήκον. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να δημιουργήσουν τη θεωρία τους, πέρα από τη μεγαλοφυΐα τους, προπαντός γιατί πήραν μέρος προσωπικά στην πρακτική της ταξικής πάλης και της επιστημονικής εμπειρίας της εποχής τους· χωρίς αυτή τη συνθήκη καμιά μεγαλοφυΐα δεν θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό. Η έκφραση: «Ο σιεουτσάι[5], και χωρίς να περάσει το κατώφλι του σπιτιού του μπορεί να μάθει όλα όσα συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο», ήταν μια κούφια φράση στα παλιά χρόνια, όταν η τεχνική δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί. Παρ όλο που στην εποχή μας της ανεπτυγμένης τεχνικής, αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί, αυτοί που αποκτούν πραγματικά τη γνώση με τις δυνάμεις τους, είναι παντού στον κόσμο αυτοί που είναι δεμένοι με την πρακτική. Όταν οι άνθρωποι αυτοί με την πρακτική τους αποκτήσουν «γνώση», τότε αυτή, χάρη στη γραφή και την τεχνική μπορεί να μεταβιβασθεί στον «σιεουτσάι» που θα μπορέσει έμμεσα να γνωρίσει, «όλα όσα συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο».
 
Για να γνωρίσουμε απευθείας ένα φαινόμενο ή ένα σύνολο φαινομένων, πρέπει να συμμετέχουμε προσωπικά στην πρακτική πάλη που αποσκοπεί στο να μετασχηματίσει την πραγματικότητα, να μετασχηματίσει αυτό το φαινόμενο ή αυτό το σύνολο των φαινομένων, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθουμε σε επαφή με αυτά σαν εξωτερικές εκφάνσεις. Επίσης αυτό είναι το μόνο μέσο τα ανακαλύψουμε την ουσία αυτού του φαινομένου ή του συνόλου αυτών των φαινομένων και να τα κατανοήσουμε. Τέτοια είναι η διαδικασία της γνώσης που ακολουθεί κάθε ο άνθρωπος στην πραγματικότητα, αν και μερικοί διαστρεβλώνοντας σκόπιμα τα γεγονότα ισχυρίζονται το αντίθετο. Οι πιο γελοίοι είναι εκείνοι, που τους λένε «παντογνώστες» και που, γεμάτοι από γνώσεις ευκαιριακές, αποσπασματικές, αυτοανακηρύσσονται σε «πρώτες αυθεντίες του κόσμου», πράγμα που απλά μαρτυράει την αυταρέσκειά τους. Γνώσεις, θα πει επιστήμη, και η επιστήμη δεν θα μπορούσε να ανεχθεί ούτε την ελάχιστη υποκρισία, ούτε την ελάχιστη υπεροψία· εκείνο, που χρειάζεται είναι σίγουρα το αντίθετο: την τιμιότητα και τη μετριοφροσύνη. Αν θέλουμε να αποκτήσουμε γνώσεις, πρέπει να πάρουμε μέρος στην πράξη που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη γεύση του αχλαδιού, πρέπει να το μετασχηματίσει: δοκιμάζοντάς το. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη σύσταση και τις ιδιότητες του ατόμου, πρέπει να προχωρήσει σε φυσικά και χημικά πειράματα, να μεταβάλλει την κατάσταση του ατόμου. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη θεωρία και τις μεθόδους της επανάστασης, πρέπει να πάρει μέρος στην επανάσταση. Όλες οι αυθεντικές γνώσεις είναι καρπός άμεσης πείρας.
 
Ωστόσο δεν μπορούμε να έχουμε άμεση εμπειρία για κάθε πράγμα¨ στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος από τις γνώσεις μας είναι προϊόν έμμεσης εμπειρίας, είναι γνώσεις που έφθασαν σ’ εμάς από τους περασμένους αιώνες και από τις ξένες χώρες. Για τους προγόνους μας, για τους ξένους, οι γνώσεις αυτές υπήρξαν ή είναι προϊόν της άμεσης εμπειρίας τους και είναι σίγουρες αν τη στιγμή που έγιναν αντικείμενο μιας άμεσης εμπειρίας, ανταποκρίνονταν στην απαίτηση της «επιστημονικής αφαίρεσης» για την οποία μιλάει ο Λένιν και αντανακλούσαν επιστημονικά την αντικειμενική πραγματικότητα· στην αντίθετη περίπτωση δεν είναι σίγουρες. Γι’ αυτό οι γνώσεις των ανθρώπων συγκροτούνται αποκλειστικά από δύο μέρη: από τα δεδομένα της άμεσης πείρας και από τα δεδομένα της έμμεσης πείρας. Και αυτό που για μένα είναι έμμεση πείρα, είναι για τους άλλους άμεση πείρα. Από δω συνάγεται πως οι γνώσεις κάθε τάξης είναι αξεχώριστες από την άμεση εμπειρία.
 
Η πηγή όλων των γνώσεων βρίσκεται στα ερεθίσματα που δέχονται από τον αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο τα αισθητηριακά όργανα του ανθρώπου· όποιος αρνείται τις αισθήσεις, όποιος αρνείται την άμεση εμπειρία, όποιος αρνείται να συμμετάσχει προσωπικά στην πράξη που προορίζεται να μετασχηματίσει την πραγματικότητα, αυτός δεν είναι υλιστής. Γι’ αυτό και είναι γελοίοι οι «παντογνώστες». Οι κινέζοι έχουν ένα παλιό γνωμικό: «Αν δεν χωθούμε στη φωλιά της τίγρης πως θα μπορέσουμε να πιάσουμε τα μικρά της;». Αυτό το γνωμικό ισχύει και για την ανθρώπινη πρακτική και στον ίδιο βαθμό, για τη θεωρία της γνώσης. Γνώση ξεκομμένη από την πράξη είναι αδιανόητη.
 
Για να καταδείξουμε την υλιστική διαλεκτική κίνηση της γνώσης,– που είναι η κίνηση της προοδευτικής εμβάθυνσης της γνώσης- η οποία ξεπροβάλλει πάνω στη βάση της πρακτικής που μετασχηματίζει την πραγματικότητα, θα δώσουμε ακόμα μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα.
 
Στην αρχική περίοδο της δράσης του, στην περίοδο της καταστροφής των μηχανών και της αυθόρμητης πάλης, το προλεταριάτο βρισκόταν ως προς τη γνώση της καπιταλιστικής κοινωνίας στη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης, και δεν συνελάμβανε παρά τις μεμονωμένες πλευρές και τον εξωτερικό συσχετισμό των διαφόρων φαινομένων του καπιταλισμού. Την εποχή αυτή, το προλεταριάτο δεν ήταν παρά αυτό, που ονομάζουμε «τάξη καθεαυτή». Όταν όμως άρχισε η δεύτερη περίοδος της πράξης του, περίοδος της συνειδητής και οργανωμένης οικονομικής και πολιτικής του πάλης, εξ αιτίας της πρακτικής δραστηριότητας του, της εμπειρίας που κατέκτησε στη διάρκεια μιας παρατεταμένης πάλης, μιας εμπειρία που γενικεύτηκε επιστημονικά από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, και απ όπου γεννήθηκε η μαρξιστική θεωρία που χρησίμευσε για να το διαπαιδαγωγήσει, το προλεταριάτο ήταν σε θέση να κατανοήσει την ουσία της καπιταλιστικής κοινωνίας, τις σχέσεις εκμετάλλευσης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, τα δικά του ιστορικά καθήκοντα, και τότε έγινε «τάξη για τον εαυτό της».
 
Την ίδια πορεία ακολούθησε και ο κινέζικος λαός στη γνώση του ιμπεριαλισμού. Η πρώτη βαθμίδα ήταν η βαθμίδα της αισθητηριακής, επιφανειακής γνώσης, η βαθμίδα που χαρακτηρίστηκε, στην εποχή των εξεγέρσεων των Ταϊπίνγκ, των Ιχοτουάν και άλλων, από την πάλη χωρίς διάκριση εναντίον των ξένων. Μόνο η δεύτερη βαθμίδα ήταν η βαθμίδα της λογικής γνώσης, όταν ο κινέζικος λαός διέκρινε τις διάφορες εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, όταν διέκρινε την ουσία της καταπίεσης και εκμετάλλευσης των πλατιών λαϊκών μαζών από την πλευρά του ιμπεριαλισμού, που είχε συμμαχήσει με την κομπραδόρικη αστική τάξη και την τάξη των φεουδαρχών της Κίνας: η γνώση αυτή άρχισε μόνο με την περίοδο του Κινήματος της 4ης Μαΐου 1919.
 
Ας έρθουμε τώρα στον πόλεμο. Αν ο πόλεμος διευθυνόταν από ανθρώπους χωρίς πείρα σε αυτόν τον τομέα, αυτοί δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν, σε πρώτο βαθμό, τους βαθείς νόμους, που διέπουν τη διεξαγωγή ενός δεδομένου πολέμου (λόγου χάρη του δικού μας Επαναστατικού αγροτικού πολέμου της τελευταίας δεκαετίας). Στο πρώτο στάδιο δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν παρά την πείρα από την προσωπική τους συμμετοχή σε πολυάριθμες μάχες, πολλές από τις οποίες, κατά τα άλλα, θα είχαν λήξει με ήττες γι’ αυτούς. Ωστόσο η πείρα αυτή (η πείρα των νικών και κυρίως των ηττών) θα τους επέτρεπε να κατανοήσουν την εσωτερική αλληλουχία όλου του πολέμου, δηλαδή τους νόμους του συγκεκριμένου πολέμου, να κατανοήσουν τη στρατηγική και τακτική και, έτσι τη δυνατότητα να τον διευθύνουν με σιγουριά. Αν τη στιγμή εκείνη η διεύθυνση του πολέμου περνούσε σε έναν άνθρωπο χωρίς πείρα, αυτός δεν θα μπορούσε να κατανοήσει τους πραγματικούς νόμους του πολέμου, παρά μόνο αφού θα είχε υποστεί μια σειρά από ήττες (δηλαδή, αφού θα είχε αποκτήσει πείρα).
 
Συμβαίνει συχνά να ακούμε συντρόφους, που διστάζουν να αναλάβουν αυτή ή την άλλη εργασία, να δηλώνουν, πως δε θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σ’ αυτή. Γιατί αυτή η έλλειψη αυτοπεποίθησης; Γιατί δεν έχουν σ χαρακτήρα και των όρων της εργασίας αυτής˙ ή ακόμα γιατί ποτέ δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να την αντιμετωπίσουν ή τους δόθηκε, μα σπάνια˙ έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος, πως οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν τους νόμους της εργασίας αυτής. Μα όταν ακριβώς τους αναλύσουμε λεπτομερειακά την κατάσταση και τους όρους της εργασίας, τότε θα αρχίσουν να νιώθουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους και θα δεχθούν να την αναλάβουν. Αν οι άνθρωποι αυτοί επιδοθούν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα στην εργασία αυτή, θα αποκτήσουν πείρα˙ και αν προσπαθήσουν τίμια να διεισδύσουν στην καρδιά της πραγματικής κατάστασης, αντί να ατενίζουν τα πράγματα κατά τρόπο υποκειμενικό, μονόπλευρο και επιφανειακό, τότε μόνοι τους θα βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα σχετικά με τον τρόπο, που πρέπει να διεξάγεται η εργασία αυτή και θα αρχίσουν να δουλεύουν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Η αναπόφευκτη αποτυχία δεν αναμένει παρά τους ανθρώπους, που ατενίζουν τα πράγματα κατά τρόπο υποκειμενικό, μονόπλευρο, επιφανειακό, που όταν φτάνουν σε ένα καινούργιο σημείο αδιαφορούν για την κατάσταση, δεν προσπαθούν να δουν τα πράγματα στο σύνολό τους (την ιστορία τους και την τωρινή τους κατάσταση σαν ένα σύνολο), και επειδή είναι ανίκανοι να φθάσουν ως την ίδια την ουσία τους (το χαρακτήρα τους και τους εσωτερικούς τους δεσμούς), αρχίζουν αμέσως να εκδίδουν διαταγές και οδηγίες με ένα τρόπο γεμάτο αυταρέσκεια.
 
Φαίνεται, επομένως, πως το πρώτο βήμα στο προτσές της γνώσης είναι η πρώτη επαφή με τα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου: η βαθμίδα των αισθήσεων. Δεύτερο βήμα είναι η σύνθεση των δεδομένων, που προσφέρουν οι αισθήσεις, η τακτοποίησή τους και η επεξεργασία τους, η βαθμίδα των εννοιών, των κρίσεων και των επαγωγών (γενικεύσεων). Μόνο όταν τα δεδομένα των αισθήσεών μας είναι άφθονα (και όχι αποσπασματικά και ανολοκλήρωτα), είναι σύμφωνα με την πραγματικότητα (δηλαδή δεν είναι αποτέλεσμα πλάνης των αισθήσεων), μόνο τότε είναι δυνατό, πάνω στη βάση των δεδομένων αυτών, να επεξεργαζόμαστε σωστές έννοιες, και μια σωστή λογική.
 
Εδώ υπάρχουν δύο σημαντικά στοιχεία, που πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαίτερα. Μιλήσαμε κιόλας προηγούμενα για το πρώτο, μα αξίζει να επανέλθουμε σ’ αυτό ακόμα μια φορά: πρόκειται για το πρόβλημα της εξάρτησης της λογικής γνώσης από την αισθητηριακή γνώση. Όποιος θεωρεί, πως η λογική γνώση μπορεί να μην προέρχεται από την αισθητηριακή γνώση, είναι ιδεαλιστής. Η ιστορία της φιλοσοφίας γνώρισε τη λεγόμενη σχολή του «ρασιοναλισμού» (ορθολογισμού) που δεν αναγνωρίζει παρά την πραγματικότητα του λογικού και αρνείται την πραγματικότητα της εμπειρίας, που πιστεύει πως δεν μπορούμε να βασιζόμαστε παρά μόνο στη λογική και όχι στην αισθητή εμπειρία. Η πλάνη της τάσης αυτής συνίσταται στο ότι αντέστρεψε την τάξη των πραγμάτων. Αν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τα δεδομένα της λογικής γνώσης, αυτό οφείλεται στο ότι αυτά πηγάζουν από τα δεδομένα της αισθητής εμπειρίας·˙αλλιώς τα δεδομένα της λογικής γνώσης θα καταντούσαν ποταμός χωρίς πηγές, δέντρο χωρίς ρίζες, θα ήταν κάτι το υποκειμενικό που θα γεννιόταν από τον εαυτό του και το οποίο δεν θα μπορούσαμε να εμπιστευτούμε. Από την άποψη της σειράς της διαδικασίας της γνώσης, η αισθητή εμπειρία είναι το πρώτο δεδομένο, και υπογραμμίζουμε τη σπουδαιότητα της κοινωνικής πρακτικής στη διαδικασία της γνώσης, γιατί μόνο πάνω στη βάση της κοινωνικής πρακτικής του ανθρώπου μπορεί να γεννηθεί μέσα του η γνώση, που μπορεί να αποκτήσει την αισθητή εμπειρία του εξωτερικού κόσμου που υπάρχει αντικειμενικά. Αν ένας άνθρωπος έκλεινε τα μάτια και τ’ αυτιά και ξεκοβόταν εντελώς από τον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο, τότε δεν θα μπορούσε να γίνεται λόγος για γνώση. Η γνώση αρχίζει με την εμπειρία, εδώ βρίσκεται ο υλισμός της θεωρίας της γνώσης.
 
Το δεύτερο σημείο, είναι η ανάγκη να βαθύνουμε τη γνώση, η ανάγκη να περάσουμε από τη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης στη βαθμίδα της λογικής γνώσης˙ τέτοια είναι η διαλεκτική της θεωρίας της γνώσης [6]. Το να θεωρούμε, πως η γνώση μπορεί να σταματήσει στην κατώτερη βαθμίδα, στη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης, το να θεωρούμε πως μπορούμε να στηριχθούμε μόνο στην αισθητηριακή γνώση και όχι στην λογική γνώση, αυτό σημαίνει, πως επαναλαμβάνουμε τα γνωστά στην ιστορία λάθη του «εμπειρισμού». Τα λάθη της θεωρίας αυτής συνίστανται στη μη κατανόηση του γεγονότος, ότι αν και τα δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης αποτελούν, αναμφίβολα, αντανακλάσεις ορισμένων πραγματικοτήτων του εξωτερικού κόσμου που υπάρχει αντικειμενικά (εδώ δεν θα αναφερθώ στον ιδεαλιστικό εμπειρισμό που περιορίζει την εμπειρία σ’ αυτό, που ονομάζουν ενδοσκόπηση), είναι ωστόσο μονόπλευρα, επιφανειακά, ότι δηλαδή η αντανάκλαση αυτή είναι μη ολοκληρωμένη, ότι δεν εκφράζει την ουσία των πραγμάτων. Για να αντανακλαστεί (στη συνείδηση) με ολοκληρωμένο τρόπο ένα ορισμένο πράγμα στο σύνολό του, να αντανακλαστεί η ουσία του και οι εσωτερικοί του νόμοι, πρέπει να προχωρήσει κανείς σε μια διανοητική λειτουργία που θα υποβάλλει τα πλούσια δεδομένα της αισθητηριακής εμπειρίας σε μια επεξεργασία που συνίσταται στο να πετάξουμε το άχυρο για να κρατήσουμε το σπόρο, να εξαλείψουμε αυτό που είναι λαθεμένο για να διατηρήσουμε το αληθινό, να περάσουμε από μια πλευρά των φαινομένων σε μια άλλη, από το εξωτερικό στο εσωτερικό, έτσι ώστε να δημιουργήσουμε ένα σύστημα εννοιών και θεωριών· πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από την αισθητηριακή γνώση στην λογική γνώση, αφού προηγούμενα υποβληθούν σε μια διανοητική επεξεργασία τα πλούσια δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης. Η επεξεργασία αυτή δεν κάνει τις γνώσεις μας λιγότερο πλήρεις, λιγότερο ασφαλείς. Αντίθετα, κάθε τι, που μέσα στο προτσές της γνώσης υποβλήθηκε σε μια επιστημονική επεξεργασία πάνω στη βάση της πράξης, αντανακλά, όπως λέει ο Λένιν, κατά τρόπο πιο βαθύ, πιο πιστό, πιο πλήρη την αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτό είναι ακριβώς, που δεν καταλαβαίνουν οι αγοραίοι «πρακτικοί» που υποκλίνονται μπροστά στην εμπειρία και περιφρονούν τη θεωρία, τόσο πολύ που δεν μπορούν να αγκαλιάσουν το αντικειμενικό προτσές στο σύνολό του, και δεν έχουν ούτε διαύγεια, ούτε προσανατολισμό, ούτε πλατειές προοπτικές και μεθάνε από τις περιστασιακές επιτυχίες τους, και τις στενές τους απόψεις. Αν οι άνθρωποι αυτοί καθοδηγούσαν την επανάσταση, θα την οδηγούσαν σε αδιέξοδο.
 
Η ορθολογική γνώση εξαρτάται από την αισθητηριακή γνώση, κι αυτή πάλι πρέπει να αναπτύσσεται σε λογική γνώση. Τέτοια είναι η υλιστική–διαλεκτική θεωρία της γνώσης. Στη φιλοσοφία, ούτε ο ρασιοναλισμός ούτε ο εμπειρισμός αντιλαμβάνονται τον ιστορικό ή διαλεκτικό χαρακτήρα της γνώσης και, παρ’ όλο που η καθεμιά από τις θεωρίες αυτες περιέχει μια πλευρά της αλήθειας (πρόκειται για τον υλιστικό ρασιοναλισμό και τον υλιστικό εμπειρισμό και όχι τον ιδεαλιστικό), και η μία και η άλλη είναι εσφαλμένες αν τις εξετάσουμε από τη σκοπιά της θεωρίας της γνώσης θεωρούμενης στο σύνολό της. Η υλιστική – διαλεκτική κίνηση της γνώσης που πάει από το αισθητό στο λογικό, παρεμβαίνει τόσο στη διαδικασία της γνώσης του μικρού (λόγου χάρη στη γνώση ενός πράγματος, μιας οποιασδήποτε εργασίας), όσο και στο προτσές της γνώσης του μεγάλου (λόγου χάρη, στη γνώση αυτής ή της άλλης κοινωνίας, αυτής ή της άλλης επανάστασης).
 
Ωστόσο, η κίνηση της γνώσης δεν τελειώνει εδώ.
 
Το κείμενο συνεχίζεται και τελειώνει στο επόμενο φύλλο της Νέας Ανατολής.
 
[1] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Σημειώσεις στην Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ», τρίτο βιβλίο, τρίτο τμήμα: «Η ιδέα» στη «Συνόψιση της Επιστήμης της λογικής του Χέγκελ». (Σεπτέμβρης-Δεκέμβρης 1914)
 
[2] Κ. ΜΑΡΞ: «Θέσεις για τον Φόϋερμπαχ», (άνοιξη του 1845) και Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Υλισμός και εμπειριοκριτισμός», (δεύτερο εξάμηνο του 1908) κεφάλαιο 2, τμήμα 6
 
[3] Το μυθιστόρημα των τριών βασιλείων (Σαν κουό γιέν γι) –περίφημο ιστορικό μυθιστόρημα, που συγγραφέας του ήταν ο Λουό Κουάν Τσόνγκ (τέλη 14ου – αρχές 15ου αιώνα)
 
[4] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Σημειώσεις στην Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ», βιβλίο 3ο: «Επιστήμη της υποκειμενικής λογικής η θεωρία της έννοιας» στη «Περίληψη της Επιστήμης της λογικής του Χέγκελ».
 
[5] Από τη δυναστεία των Τανγκ, οι αυτοκρατορικές εξετάσεις στην φεουδαρχική οργανώνονταν σε τρεις βαθμίδες: εθνική, περιφερειακή, ή της επαρχίας (τσέου). Αυτός που πετύχαινε στις εξετάσεις της επαρχίας λεγόταν σιεουτσάι.
 
[6] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Σημειώσεις στην Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ», βιβλίο 3, τρίτο τμήμα: «Η Ιδέα» στην «Περίληψη της Επιστήμης της λογικής του Χέγκελ» (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1914), όπου ο Λένιν λέει: «Για να καταλάβουμε πρέπει να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε, να μελετάμε εμπειρικά, να ανεβαίνουμε από το εμπειρικό στο γενικό». «Κριτική της επιστήμης της λογικής του Χέγκελ», Φιλοσοφικά τετράδια, σελ. 169, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι, 1955.