ΠΑΟ: ΤΟ ΔΙΩΞΙΜΟ ΤΟΥ ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΧΉ

Την τελευταία φορά που είχαμε γράψει για τις εξελίξεις στον ποδοσφαιρικό Παναθηναϊκό, είχαμε την άτακτη τότε (Σεπτέμβρης 2010) υποχώρηση Βαρδινογιάννη μπροστά στο μέτωπο Βγενόπουλου – Πατέρα. Τότε είχαμε γράψει ότι το ντόπιο και δυτικόφιλο κεφάλαιο Βαρδινογιάννη φεύγει από το φόβο μην του κάψουν την Παιανία ή και τη MOTOROIL οι φιλο-βγενοπουλικοί τραμπούκοι της εξέδρας του ΠΑΟ. Τελικά πρόσφατα ετοιμαζόταν όντως από τους τραμπούκους διαδήλωση έξω από τις εγκαταστάσεις της MOTOROIL (!), με αίτημα την αποχώρηση Βαρδινογιάννη από τη μετοχική σύνθεση της ΠΑΕ ΠΑΟ, πριν αυτή ανακοινωθεί επίσημα στις 5 του Σεπτέμβρη. Δεν χρειάστηκε οι τραμπούκοι να πραγματοποιήσουν την απειλή τους. Έφτανε ο φασιστικού τύπου εκφοβισμός του κεφάλαιου Βαρδινογιάννη στο κέντρο και στη βάση της πραγματικής ισχύος του, που είναι τα διυλιστήρια, για να ξεκόψει αυτό το κεφάλαιο οριστικά από τον Παναθηναϊκό.

Στην πραγματικότητα δεν είναι μια φράξια τραμπούκων και το αφεντικό τους, ο κρατικοολιγάρχης Βγενόπουλος, που έδιωξαν τους Βαρδινογιάννηδες από τον Παναθηναϊκό. Είναι το διακομματικό σύμπλεγμα κορυφής που το πέτυχε αυτό μέσα από μια πολύχρονη εκστρατεία φθοράς. Δίχως τον άμεσα κρατικό πόλεμο της διαιτησίας, δίχως μια «επαγγελματική» τραμπούκικη και ηθικά διεφθαρμένη πτέρυγα αυτού του συμπλέγματος στην εξέδρα, δίχως μια κατάλληλα υποταγμένη αθλητική δικαιοσύνη που θα κάλυπτε το εξεδρικό και διαιτητικό όργιο σε βάρος του Παναθηναϊκού και υπέρ του Κόκκαλη επί μια 15ετία, δίχως μια ποινική δικαιοσύνη και μια αστυνομία που θα άφηναν ουσιαστικά ατιμώρητες τις εκτός γηπέδων επιθέσεις των τραμπούκων κάθε είδους ενάντια στους παναθηναϊκούς συνδέσμους που δεν υποτάχθηκαν στο πνεύμα Κόκκαλη-Βγενόπουλου, δίχως ένα Συμβούλιο της Επικρατείας στα χέρια του ΣΥΝ και του ψευτοΚΚΕ που με τις «κινήσεις πολιτών τους» υπονόμευαν πάντα το γήπεδο του Παναθηναϊκού, όπου αυτό και να χτιζόταν, και πάνω απ’ όλα δίχως τα όλο και πιο δουλικά ΜΜΕ που γενικά κάλυπταν όλη αυτή τη φασιστική και σαμποταριστική κτηνωδία, δεν μπορούσε να επιτευχθεί η πολιτική και οικονομική δήμευση της ισχυρότερης κεφαλαιακά ομάδας της χώρας.

Ακόμα βαθύτερα αυτή η δήμευση αντανακλά την ανυπαρξία στην Ελλάδα μιας ισχυρής και σχετικά ανεξάρτητης από τον ιμπεριαλισμό -τώρα από τον πανίσχυρο ρώσικο σοσιαλιμπεριλισμό- βιομηχανικής αστικής τάξης. Αυτή που στήθηκε μετά τον πόλεμο έδειξε το στενότερο και δουλικότερο πολιτικά πνεύμα όταν μετά το 1981 άφησε τη μια μετά την άλλη τις μεγάλες βιομηχανίες και τις μεγάλες βιομηχανικές επενδύσεις να τσακιστούν από τους ρωσόδουλους σαμποταριστές. Αλλά και οι ίδιοι οι Βαρδινογιάννηδες παραιτήθηκαν από κάθε δημοκρατική πολιτική αντίσταση, όταν ένα στέλεχός τους στον ΠΑΟ, ο Φιλιππίδης, προσπάθησε να μετατρέψει σε ρεύμα πολιτικής διαμαρτυρίας το ρεύμα ενάντια στο διαρκές διαιτητικό ρίξιμο του Παναθηναϊκού. Προτίμησαν να διώξουν τον Φιλιππίδη, που ήταν ένας γενικά επιτυχημένος πρόεδρος σε επίπεδο επιδόσεων του ΠΑΟ στην Ευρώπη μεταξύ 2000 και 2003, παρά να τα βάλουν έστω και λίγο με το κράτος, πράγμα που για μας αποδεικνύει την οικονομική τους εξάρτηση από αυτό.

Αλλά ας δούμε τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στον συντριπτικά πολιτικό και ελάχιστα ποδοσφαιρικό πόλεμο μέσα στους κόλπους του Παναθηναϊκού, πόλεμο που αποτελεί το ύψιστο δείγμα της γενικότερης πολιτικοποίησης του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα ή για την ακρίβεια της φασιστικοποίησής του.

Από την προσωρινή πτώση του Βγενόπουλου στο φασιστικό διώξιμο του Βαρδινογιάννη

Τι έχει συμβεί λοιπόν από πέρσι το Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα; Χοντρικά έχουν συμβεί τα εξής: ο Βγενόπουλος, μετά από μια εξαιρετικά συμφέρουσα για τον ίδιο συμφωνία, που ουσιαστικά του παραχωρούσε την κυριαρχία στον Παναθηναϊκό μονάχα μέσα από τη συμμετοχή του στις Αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου (ΑΜΚ), δηλαδή χωρίς να δώσει δεκάρα τσακιστή στους Βαρδινογιάννηδες, βρέθηκε σε δύσκολη θέση κεφαλαιακά, λόγω της κρίσης που δέρνει τις επιχειρήσεις του, αφού σε αντίθεση με τους πιο βαθιά κρατικοδίαιτους παλιότερους ανατολικούς κρατικοολιγάρχες Μπόμπολα – Κόκκαλη – Γερμανό κλπ., αυτός, έχοντας την πιο δυτική φασάδα αγόρασε για λογαριασμό του ανατολικού καθεστώτος μια σειρά από πολύ σύγχρονες βιομηχανικές εταιρείες που παράγουν με όρους ελεύθερης αγοράς. Τέτοιες εταιρείες όμως δεν μπορεί να τις δουλέψει καλά και τις καίει το διεφθαρμένο ανατολικό κεφάλαιο που μπορεί και ζει κυρίως από την κρατική λεηλασία και την πολιτική εύνοια γενικότερα. Έτσι του ήταν δύσκολο του Βγενόπουλου να ανταπεξέλθει στις αυξημένες ανάγκες σε ρευστό της ΠΑΕ ΠΑΟ, από τη στιγμή που το άνοιγμα-έλλειμμα που δημιούργησε η διαχείριση Πατέρα ήταν πολύ μεγάλο (πάνω από 30 εκατ. ευρώ).

Το έλλειμμα αυτό ήταν στο βάθος απόρροια της λαϊκίστικης και τυχοδιωκτικής διαχειριστικής πολιτικής Βγενόπουλου, που ερέθιζε την ταπεινωμένη από τον Κόκκαλη και το φιλικό του καθεστώς εξέδρα του ΠΑΟ με τη φασιστική γραμμή «νίκες πάση θυσία», δηλαδή νίκες ακόμα και με στημένη διαιτησία. Ο Βαρδινογιάννης έχει πολλές φορές πει πως ο Πατέρας δεν έκανε συνειδητά προβοκατόρικη πολιτική, αλλά έχει ανοιχτά υπονοήσει ότι ήταν το νέο «αφεντικό» ο Βγενόπουλος, που του έλεγε σε όλους τους τόνους να σπαταλάει λεφτά για να πάρει ο ΠΑΟ το πρωτάθλημα με κάθε μέσο. Εμείς φυσικά δεν θεωρούμε αθώο κανέναν τύπο που εμπλέκεται σε βρώμικα παιχνίδια στο παρασκήνιο, είτε έχοντας έναν εντολέα, είτε αυτόβουλα.

Έτσι λοιπόν, γύρω στο Γενάρη, ο Βγενόπουλος βρίσκει -σχεδόν χωρίς προσχήματα- τρόπο και ακυρώνει τη συμφωνία με το Βαρδινογιάννη, που μένει και πάλι μόνος ενεργός μέτοχος με μια καταχρεωμένη από τους Βγενόπουλο – Πατέρα ομάδα. Φαίνεται πως οι Βαρδινογιάννηδες δεν ήταν διατεθειμένοι να αιμορραγήσουν κι άλλο τον όμιλό τους σε ώρες κρίσης για την κάλυψη του ελλείμματος που έφτιασαν οι διώκτες τους. Αυτό ο Γ. Βαρδινογιάννης το διακηρύσσει ανοιχτά, αλλά ταυτόχρονα σημειώνει πως δεν θα αφήσει τον ΠΑΟ να πτωχεύσει μέχρι να βρεθεί διάδοχη κατάσταση.

Ωστόσο, οι «κεφαλές» της εξέδρας και ειδικά του «Ενιαίου Φορέα», που έχουνε προνομιακές σχέσεις με το Βγενόπουλο, συνεχίζουν να βρίζουνε το Βαρδινογιάννη σε κάθε ματς του ΠΑΟ, τη στιγμή που δεν υπάρχει -μετά την αποχώρηση Βγενόπουλου- καμία διάδοχη λύση. Ουσιαστικά, οι λακέδες αυτοί περίμεναν κι έστρωναν το έδαφος για την επόμενη κίνηση του αφεντικού τους.

Αφού λοιπόν οι Βαρδινογιάννηδες έστησαν μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ομάδα για τις αγωνιστικές υποχρεώσεις 2011-2012, με χαμηλό και σφιχτό μπάτζετ είναι η αλήθεια, καταθέσαν τις μετοχές τους, που αντιστοιχούνε στο 54,7% του συνόλου, σε δικηγορικό γραφείο, καθιστώντας τες ανενεργές. Ο Γ. Βαρδινογιάννης έδωσε τότε στις 5 του Σεπτέμβρη μια συνέντευξη, όπου ουσιαστικά ξεμπρόστιαζε (όσο του επέτρεπε πολιτικά η ταξική του θέση και η στενή του σχέση με το ευρύτερο πολιτικό καθεστώς) την ανατολικο-φεουδαρχική πανούκλα του ελληνικού ποδοσφαίρου, το τρίπτυχο «συναλλαγή – δωροδοκία – πουλημένη εξέδρα», αποχωρώντας από τον ΠΑΟ.

Σε μια βδομάδα μέσα, στις 12 του Σεπτέμβρη, ο Βγενόπουλος, που πλέον και με τη βούλα δεν έχει παρά να βάλει λεφτά για ΑΜΚ για να γίνει κύριος της ΠΑΕ ΠΑΟ, δίνει και ο ίδιος συνέντευξη τύπου στο ξενοδοχείο ΠΕΝΤΕΛΙΚΟΝ, στην οποία παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο η γεμάτη θράσος και τραμπούκικη φυσιογνωμία του: απαγορεύει με φουσκωτούς (!) την είσοδο στο χώρο στο διευθυντή της αθλητικής εφημερίδας Derby News Κώστα Γκόντζο, που χτυπάει το Βγενόπουλο και υποστηρίζει τον Βαρδινογιάννη, ρωτάει σα δικαστής-ανακριτής κάθε δημοσιογράφο αν εργάζεται και σε άλλο μέσο εκτός αυτού που δηλώνει όταν λαμβάνει το λόγο, ειρωνεύεται παλαίμαχους του ΠΑΟ που ζητούν το λόγο κλπ. Το βασικότερο όλων είναι ότι αποκαλύπτει πως συμμετείχε ΕΝΕΡΓΑ στο μέτωπο των σαμποταριστών του ΣΥΝ και μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας με μια δράκα κατοίκων του Βοτανικού κατά της δημιουργίας του γηπέδου του ΠΑΟ στον Ελαιώνα, δικαιώνοντας την ΟΑΚΚΕ που μιλούσε και τότε για υπονόμευση του γηπέδου από το σοσιαλφασισμό σε συνεργασία με το σκοτεινό αυτόν ολιγάρχη!

Μάλιστα ο Βγενόπουλος έβαλε και νέους όρους στο Γ. Βαρδινογιάννη, που ήδη είχε αποχωρήσει (!), σε ό,τι αφορά τη ΓΗΠΕΛ (εταιρεία που συστήθηκε για την κατασκευή του γηπέδου, με μετοχική σύνθεση ίδια με την ΠΑΕ), εταιρεία στην οποία ο Βγενόπουλος είχε εκπρόσωπο στο ΔΣ τον Ν. Ξυλά, άρα ήξερε τα πάντα για το τι αυτή ξόδευε και πώς κινούνταν!! Ο Βγενόπουλος κατηγόρησε τον Βαρδινογιάννη ότι σπατάλησε μέσω ΓΗΠΕΛ 10 εκατ. ευρώ για μακέτες, ενώ έχει ήδη παραδεχτεί ότι στεκόταν ο ίδιος στα κρυφά δίπλα από τους σαμποταριστές του ΣτΕ και του ΣΥΝ, με αποτέλεσμα να πάνε χαμένες δεκάδες χιλιάδες ευρώ που πήγαιναν στα προκαταρκτικά για το χτίσιμο του γηπέδου! Το νέο ψέμα κατέρρευσε, όταν αποδείχτηκε πως τα 6,5 από τα 9,5 εκατ. είχαν ήδη επιστραφεί από τη ΓΗΠΕΛ στην ΠΑΕ, τα δε υπόλοιπα 3 εκατ. ευρώ είναι επίδικα και τα ζητάει η ΓΗΠΕΛ πίσω από το Δήμο Αθηναίων (θεωρώντας τον υπεύθυνο για τη διακοπή του έργου) μαζί με επιπλέον αποζημίωση.

Δύο είδη κεφάλαιου, δύο είδη ομάδων. Οι Σαουδάραβες στο προσκήνιο

Κι εκεί που ο Βγενόπουλος ουσιαστικά, σαν κράτος εν κράτει, ζητάει την απόλυτη ταπείνωση του αντιπάλου του και έμμεσα να πληρώσει με επιπλέον λεφτά τη βγενοπουλική κυριαρχία στην ΠΑΕ (!!), εμφανίζεται η πρόταση του Σαουδάραβα πρίγκιπα Αλ Σαούντ για το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών του ΠΑΟ. Αυτήν την πρόταση που θα πρέπει να την ευνόησαν οι Βαρδινογιάννηδες, που έχουν πολύ παλιούς και στενούς επιχειρηματικούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία, μάλλον δεν την περίμενε το καθεστώς, γι’ αυτό και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι αυτή έγινε με τη μεσολάβηση ενός γενικά γραφικού μεσάζοντα, του Βλάσση Τσάκα. Επί τουλάχιστον πέντε μέρες, τα καθεστωτικά τσιράκια μιλούσαν για «τρικ του Βαρδινογιάννη» για να «μην απαντήσει στις κατηγορίες Βγενόπουλου» και άλλους γκεμπελισμούς. Οι ίδιοι που έγραφαν όλα αυτά «ξέχασαν» να καταδικάσουν το ξωπέταγμα από τους φουσκωτούς του Βγενόπουλου του συναδέλφου τους Γκόντζου από το ΠΕΝΤΕΛΙΚΟΝ.

Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις απ’ ό,τι φαίνεται προχωρήσανε και ο Σαουδάραβας ετοιμάζεται να πάρει τον ΠΑΟ*, σε μια στιγμή που κάτι τέτοιο είναι πραγματικά ιδιαίτερα συμφέρον από οικονομική άποψη για κάθε επενδυτή, αφού οι μετοχές Βαρδινογιάννη δεν πουλιούνται αλλά χαρίζονται σε όποιον προχωρήσει σε γενναία Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου.

Τη στιγμή λοιπόν αυτή, και ενώ ο Βγενόπουλος φαίνεται να χάνει το παιχνίδι, γίνονται δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι βγάζει απόφαση η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού ότι δεν μπορεί με κεφάλαια μη ελληνικών συμφερόντων να ελέγξει ένας επιχειρηματίας μία ελληνική ΠΑΕ. Το άλλο είναι ότι εμφανίζεται μια Arboris Capital, εταιρεία-συμβουλάτορας για επενδύσεις με άκρες σε Ασία, Αφρική και Μέση Ανατολή και μπαίνει σφήνα στους σαουδάραβες, με δεύτερη πρόταση. Στη Μέση Ανατολή η συγκεκριμένη εταιρεία έχει έδρα το Εμιράτο του Αμπού Ντάμπι. Αυτό γενικά είναι φιλοδυτικό αλλά είναι και χώρος διακίνησης και ανατολικών κεφαλαίων. Θυμόμαστε πως μέσω Αμπού Ντάμπι πήρε τα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά ένας φίλος της Χεζμπολλάχ. H πρόταση της Arboris Capital δεν είναι ακόμα συγκεκριμένη όπως αυτή των σαουδαράβων, αλλά η εταιρεία αυτή διατείνεται πως, αν η ΠΑΕ ΠΑΟ πει το ναι, θα βρει επενδυτή μέσα σε 20 ημέρες. Είναι δηλαδή μια πρόταση ΓΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΠΕΝΔΥΤΗ κι όχι για άμεση επένδυση. Αυτό ενισχύει τις υποψίες μας ότι κάπου σε όλα αυτά υπάρχει δάκτυλος Βγενόπουλου ή γενικότερα του σοσιαλφασισμού, για να χαλάσει η συμφωνία Αλ Σαούντ – Βαρδινογιάννη.

Η πάλη πάνω από το σώμα της μεγαλύτερης και δημοφιλέστερης, μαζί με τον Ολυμπιακό, ποδοσφαιρικής ομάδας της χώρας, συνεχίζεται. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό εδώ είναι ποιος τύπος κεφάλαιου βρίσκεται στη στρατηγική επίθεση σε αυτή τη χώρα και είναι δεμένος με το φασισμό και ποιος όχι. Το κεφάλαιο τύπου Βαρδινογιάννη, που κι αυτό έχει σημαδεμένη την ιστορία του από το σπάσιμο του εμπάργκο στο απάνθρωπο για το μαύρο πληθυσμό ρατσιστικό καθεστώς της Ροδεσίας πριν δεκαετίες, αλλά επίσης είχε και τις δικές του ισχυρές κρατικές στηρίξεις και εύνοιες για πολλά χρόνια, είναι σήμερα ένα κεφάλαιο που δουλεύει κύρια με όρους ελεύθερης αγοράς, οπότε επιζεί και σε συνθήκες πολιτικής δημοκρατίας. Το βιομηχανικό αυτό κεφάλαιο έστησε σε μεγάλο βαθμό έναν αρκετά «βιομηχανικό» ΠΑΟ, δηλαδή μια καπιταλιστική επιχείρηση οπωσδήποτε πολιτικού ενδιαφέροντος, δηλαδή που ο βασικός ρόλος της ήταν να δίνει κύρος και φίλους στον ιδιοκτήτη της, αλλά και που τουλάχιστον θα έβγαζε τα έξοδά της. Γι’ αυτό και βασιζόταν στην πολιτική «λίγα έξοδα – φυτώριο και υποδομές για ταλέντα – ευρωπαϊκές επιτυχίες – κέρδος μέσα από τη μεταπώληση παικτών». Είναι γεγονός ότι και ο ΠΑΟ έχει δεχτεί κριτικές του στην χρυσή εποχή του ότι δεν ήταν έξω από τη λογική του η παρέμβαση στη διαιτησία και στην ΕΠΟ (π.χ. εποχή Τριβέλλα). Ωστόσο δεν έφτιαξε τα δίκτυα του υπόκοσμου και της εντελώς διεφθαρμένης κρατικής παρέμβασης στα οποία βασίστηκε ο ρωσοφτιαγμένος Κόκκαλης για να ελέγξει με απύθμενο θράσος και ολοκληρωτικά το ελληνικό ποδόσφαιρο μετά το 1996. Γι’ αυτό και ο ΠΑΟ ακόμη και στη 12ετία του κοκκαλισμού είχε μεγαλύτερες επιτυχίες στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις από όσες ο Ολυμπιακός, καθώς στην Ευρώπη η διαιτησία δεν μπορούσε εύκολα να «πιαστεί», ενώ οι παίκτες που βγήκαν από τις ακαδημίες του αποτέλεσαν και τη βάση της Εθνικής που κατάχτησε το EURO 2004.

Αυτό ακριβώς το είδος ομάδας, ομάδας της βιομηχανικής αστικής τάξης έβαλε στο στόχαστρό του ο ανατολικοφτιαγμένος μεσάζων ολιγάρχης Βγενόπουλος: «Τι να τις κάνω τις υποδομές, αν σε ξεφτιλίζει ο Ολυμπιακός», τόνιζε παντού... Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Βγενόπουλος δεν χτυπούσε ποτέ ανοιχτά το καθεστώς Κόκκαλη, αλλά αντίθετα ειρωνευόταν μόνιμα τον Βαρδινογιάννη που το χτυπούσε, έστω αδύναμα σαν «κλαψιάρη», «ανίκανο» κλπ. Στην ουσία, ο Βγενόπουλος και τα τσιράκια του δηλητηρίασαν την εξέδρα του ΠΑΟ με τη φασιστική και εντελώς διεφθαρμένη νοοτροπία «νίκες με κάθε κόστος». Έφτασε πριν λίγα χρόνια αυτή η πτέρυγα της οργανωμένης εξέδρας να απαιτήσει ωμά από τους ιδιοκτήτες του Παναθηναίκού να πάρουν πρωτάθλημα με τις βρώμικες μέθοδες Κόκκαλη.

Φυσικά η πλατιά μάζα των παναθηναϊκών οπαδών όπως και κάθε άλλης ομάδας είναι κομμάτι του λαού και σαν τέτοια δεν είναι διεφθαρμένη, οπότε ακόμη και σήμερα αποδοκιμάζει σε γενικές γραμμές τα συνθήματα και τη λογική των βγενοπουλικών. Γι’ αυτό και ο Βγενόπουλος χρειάστηκε ηχηρές μεταγραφές μεταξύ 2008 και 2010, για να ουδετεροποιήσει και κάπως να γλυκάνει αυτή τη γενικά πολιτισμένη οπαδική μάζα με μερικές γνήσιες νίκες. Είναι χαρακτηριστική για τα πεπραγμένα των πάσης φύσεως ανατολικών ολιγαρχών η εξής αποστροφή του Γιάννη Βαρδινογιάννη (Τζίγγερ) στη συνέντευξη αποχώρησής του: «Με αυτούς τους κύριους (σ.σ. τους επικεφαλής των οργανωμένων) δεν έχω ποτέ συναλλαγή και ούτε πρόκειται να το κάνω. Ούτε τα εισιτήρια τους πληρώνω, ούτε σουβλατζίδικο τους άνοιξα, ούτε τους βγάζω από τη φυλακή όπως άλλοι». Από τούτο δω το απόσπασμα, που όχι τυχαία εκστομίζεται μόνον όταν ο ιδιοχτήτης της ΠΑΕ παύει να είναι τέτοιος, μαθαίνουμε ότι ένας καλός «οργανωμένος», δηλαδή αδίστακτος και αφοσιωμένος στον ιδιοκτήτη στρατός στην εξέδρα, μπορεί σήμερα να συγκροτηθεί μόνο σε μισθοφορική βάση και μόνο αφού το αφεντικό του έχει ευλογηθεί από το βαθύ κρατικό καθεστώς ώστε να μπορεί να αποφυλακίζει εγκληματικά στοιχεία.

Το σημερινό δίλημμα και ένα άλλο μέλλον για το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό

Για το καλό λοιπόν της χώρας, και του ελληνικού ποδοσφαίρου πρέπει να αποτύχουν οι σχεδιασμοί του Βγενόπουλου και γενικότερα του ρωσόδουλου καθεστώτος που τον στηρίζει. Φτάνουν οι συμμορίες και τα στίφη που έφτιαξε ο Κόκκαλης και κληροδότησε στον ομοϊδεάτη του Μαρινάκη, δε χρειάζεται μέσα στην πείνα και στην κρίση να έχουμε και τα αντίστοιχα του Βγενόπουλου και του κάθε διαδόχου του. Το ότι καλούμαστε βέβαια σήμερα να διαλέξουμε ανάμεσα σε διαδόχους του ενός ή του άλλου καπιταλιστή ή βαθύτερα ανάμεσα σε ένα φασιστικό ιμπεριαλιστικό και σε ένα τριτοκοσμικό ραντιέρικο και γι’ αυτό αυταρχικό κεφάλαιο (σαουδαραβικό) σαν ιδιοκτήτη μιας ποδοσφαιρικής ομάδας δεν είναι μια εξαιρετική θέση για δημοκρατικούς ανθρώπους και για πραγματικούς φίλους του ποδοσφαίρου. Είναι μια κατάσταση ανάγκης που έχει να κάνει με το αν τα γκολ που θα μπαίνουν από τον ΠΑΟ και τον κάθε ΠΑΟ θα είναι πραγματικά και απλά θα λειτουργούν σαν παρηγοριά στον τσακισμένο εργάτη και στον ανασφαλή μικροαστό, που γίνονται περήφανοι μόνο μετά από κάθε νίκη της ομάδας τους, και γι’ αυτό δεν πολυνοιάζονται για το ωραίο ποδόσφαιρό ή αν τα γκολ αυτά θα είναι εν πολλοίς ψεύτικα και θα μεταφράζονται σε ιδεολογικό ντοπάρισμα ενός άγριου φασιστικού στίφους «φιλάθλων» που θα χρησιμοποιείται σαν φονιάς κάθε δημοκρατισμού μέσα κι έξω από τα γήπεδα και σαν εργαλείο του χειρότερου ιμπεριαλισμού που γνώρισε ο κόσμος.

Αυτό είναι το κεντρικό δίλημμα σήμερα όπου το συνειδητό επαναστατικό προλεταριάτο είναι ακόμα πολύ αδύναμο για να προβάλει στην πράξη, πέρα από το επίπεδο της φιλικής παρέας και της στενής γειτονιάς, τη δικιά του εκδοχή του ποδοσφαίρου και γενικότερα του αθλητισμού. Όμως δεν θα αργήσει πολύ η μέρα όπου, μέσα στις ταξικές θύελλες που θα σαρώσουν τον ιμπεριαλιστικό κόσμο, που ήδη έχει μπει σε βαθιά κρίση και οδηγείται γοργά στον παγκόσμιο πόλεμο, θα αρχίσει να αμφισβητείται έμπρακτα το σημερινό ανταγωνιστικό πρωταθλητικό ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο αυτό είναι σύμφυτο με την υπεργύμναση και την εξάντληση του παίκτη, παράλληλα με την όλο και πιο αρρωστημένη αγυμνασιά και την φανατική σχεδόν τυφλή απαιτητικότητα του θεατή για νίκη του συλλόγου του ή του έθνους του. Μια τέτοια νίκη συγχωρεί την εξαπάτηση του κάθε διαιτητή και την σκληρότητα απέναντι στον αντίπαλο πράγματα που αναχαιτίζονται προσωρινά μόνο με νέους όλο και αυστηρότερους κανονισμούς. Παράλληλα με το δυνάμωμα του ποδοσφαιρικού κεφαλαίου αυξάνεται η διαφθορά όλων των ποδοσφαιρικών θεσμών, δυναμώνουν οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις ομάδες καθώς και οι ανταγωνισμοί μέσα στις ομάδες που αποσυντίθενται ψυχολογικά και τεχνικά από την διαρκή εξαγορά και αιμορραγία των ταλέντων τους από την κάθε ισχυρότερη ομάδα-κεφάλαιο, πράγμα που ορφανεύει και ευνουχίζει κάθε μακρόχρονη συλλογική δουλειά.

Αυτά τα αρνητικά φαινόμενα που διαρκώς δυναμώνουν και θα δηλητηριάζουν το ποδόσφαιρο (και τον αθλητισμό γενικότερα), θα απαιτούν όλο και περισσότερο το ποδόσφαιρο και γενικότερα τον αθλητισμό του τύπου «πρώτα η φιλία μετά ο συναγωνισμός» που θα αντανακλά τις νέες συλλογικές παραγωγικές σχέσεις και το νέο εποικοδόμημα που θα είναι δεμένο με αυτές τις παραγωγικές σχέσεις. Φανταζόμαστε έναν αθλητισμό που θα αντικαθιστά τον ανταγωνισμό με την άμιλλα, που δεν θα ταπεινώνει τον αντίπαλο ούτε τις φίλαθλες μάζες της κάθε ομάδας, αλλά θα τις εκπαιδεύει ηθικά και τεχνικά, θα τις γυμνάζει και θα τις διασκεδάζει κάνοντας τες τις ίδιες πάνω απ όλα να αθλούνται και να παίζουν και όχι μόνο να βλέπουν ποδόσφαιρο. Γι’ αυτούς και μόνο τους σκοπούς θα μπορούν να συνδυαστούν οι ομάδες στη βάση (γειτονιές, χώροι δουλειάς) με εκείνες που θα συγκροτούνται από εκείνους τους παίχτες, προπονητές κλπ. που θα έχουν φτάσει στα ψηλότερα επίπεδα δεξιοτεχνίας και ανάπτυξης της τακτικής-στρατηγικής κάθε αθλητικού παιχνιδιού και θα μπορούν να παίζουν το ρόλο των ομάδων- πιλότων, χωρίς όμως οι άνθρωποι που τις αποτελούν να ξεκόβονται ποτέ από τη λαϊκή βάση τους, τόσο αθλητικά όσο και κοινωνικά.

Αυτό το ποδόσφαιρο, και γενικότερα αυτός ο αθλητισμός που δεν θα είναι για την ατομική και την εθνική υπεροχή, δεν έχει ανάγκη να σκοτώνει σωματικά τον αθλητή-παίκτη με την υπεργύμναση, ούτε να τον διαφθείρει ηθικά και ταξικά με τις υπέρογκες αμοιβές και με την απάτη και με την σκληρότητα στο παιχνίδι, ούτε να κομπλεξάρει το νικημένο, ούτε τέλος να μετατρέπει το νικητή σε ένα είδος βιαστή. Το κυριότερο, δεν έχει ανάγκη να κάνει ποτέ τις μάζες ανήμπορο θεατή ή υποτακτικό, όπως τις έχει κάνει σήμερα σε επίπεδο παραγωγής, αλλά και στο πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα. Καλλιεργώντας τέτοιες αντιλήψεις και τέτοιες πρακτικές για τον ομαδικό αθλητισμό έστω σε επίπεδο γειτονιάς και χώρου δουλειάς θα μπορούμε να δώσουμε διεξόδους στις αυθόρμητες συλλογικές και δημιουργικές διαθέσεις της νεολαίας και όλου του λαού. Αυτός είναι ένας πιο βαθύς τρόπος για την αναχαίτιση του φασιστικού αθλητικού ανταγωνισμού και του βασικού του συνθήματος που είναι «όλα επιτρέπονται για την Νίκη».