Κοινός παρονομαστής και στις τρεις περιπτώσεις είναι το χτύπημα, μέσα στα συγκεκριμένα αντιδραστικά καθεστώτα του Τρίτου Κόσμου, των κάπως εθνικών ή εθνοφασιστικών, πάντως σχετικά ανεξάρτητων από το ρώσικο και κινέζικο σοσιαλιμπεριαλισμό τάσεων, με ταυτόχρονη ενίσχυση, αντίθετα, των πιο φιλοϊμπεριαλιστικών δυνάμεων, εκείνων δηλαδή που είναι ικανές να είναι τώρα ή πιο ανοιχτά στο μέλλον εντελώς ξετσίπωτα φιλορώσικες, δίνοντας όμως κάποιο επιδερμικό “δηλητηριασμένο δώρο” δήθεν επιρροής και στους κλασσικούς Αμερικανούς ιμπεριαλιστές επεμβασίες τύπου Ρούμπιο - Γκράχαμ.
Αυτό το τελευταίο είναι αναγκαίο ώστε ο Τραμπ να παρουσιάζεται νικητής “Αμερικάνος ιμπεριαλιστής” και να διατηρεί γενικά υπό τον έλεγχό του τη συγκεκριμένη τάση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, η οποία δεν είναι φιλο-ρωσοκινέζικη. Η τελευταία είναι αναγκαία για να διατηρείται ο πουτινικός αυτός πράκτορας στην εξουσία του ισχυρότερου οικονομικά και στρατιωτικά ιμπεριαλισμού της ιστορίας και να χαρίζει στους Ρώσους πάτρωνές του σειρά υπερπολύτιμων θέσεων σε παγκόσμια κλίμακα.
Η Κούβα πραγματοποίησε την εθνική - αντιιμπεριαλιστική της επανάσταση το 1956-1959, εκδιώκοντας το κομπραδόρικο, φιλοαμερικανικό καθεστώς του δικτάτορα Μπατίστα. Βρέθηκε σχεδόν αμέσως στο στόχαστρο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, κύριου εχθρού - τότε - των λαών και απέκρουσε με ηρωισμό την προσπάθεια στρατιωτικής του επέμβασης με μισθοφόρους το 1961 στον Κόλπο των Χοίρων. Κινήθηκε μάλιστα γρήγορα, παρά το γεγονός ότι ο Φιντέλ Κάστρο δεν ήταν ούτε δήλωνε κομμουνιστής, σε μέτρα σοσιαλιστικοποίησης της οικονομίας της, όχι τόσο επειδή αυτό ήταν ώριμη συνείδηση για τους Κουβανούς επαναστάτες, αλλά περισσότερο για να αποκτήσει τη σοβιετική προστασία έναντι της ιμπεριαλιστικής πίεσης που δεχόταν λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας με τις ΗΠΑ. Τότε αυτές οι τελευταίες επέβαλαν το αντιδραστικό και άδικο εμπάργκο τους στην Κούβα, το οποίο παραμένει σε ισχύ μέχρι και σήμερα.
Η κουβανική επανάσταση ωστόσο είχε την ατυχία να αναδυθεί σε μια εποχή που η Σοβιετική Ένωση άλλαζε γοργά χρώμα κι από κόκκινη γινόταν μαύρη και αντιδραστική δύναμη, τόσο εσωτερικά όσο και στις διεθνείς της σχέσεις. Αυτή ήταν μια μακρά διαδικασία που ξεκίνησε από τη σύλληψη και δολοφονία του επαναστάτη, αντι-μεγαλορώσου μπολσεβίκου Λαβρέντι Μπέρια το 1953 και ολοκληρώθηκε με την άνοδο των μεγαλορώσων ιμπεριαλιστών αρχικά του Χρουστσόφ και μετά του Μπρέζνιεφ στην εξουσία και τη ναζιστικού τύπου εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Η ΕΣΣΔ, με την τυχοδιωκτική τοποθέτηση των πυρηνικών πυραύλων στην Κούβα το 1962 και την απόσυρσή τους στη συνέχεια μέσω άμεσων διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, χωρίς καμία διαβούλευση με την κουβανική κυβέρνηση, κινήθηκε “από τον τυχοδιωκτισμό στη συνθηκολόγηση”, όπως είχε τονίσει τότε ο Μάο Τσε Τουνγκ. Δεν έδειξε έτσι κανέναν σεβασμό στην κουβανική εθνική ανεξαρτησία, προοικονομώντας το πώς θα αντιλαμβάνονταν οι Ρώσοι ρεβιζιονιστές και μετέπειτα σοσιαλιμπεριαλιστές τη σχέση τους με τις μικρές σοσιαλιστικές κι έπειτα κρατικοκαπιταλιστικές χώρες.
Η Κούβα, και λόγω του γεγονότος ότι δεν είχε ένα στέρεο, μαρξιστικό - λενινιστικό πυρήνα καθοδήγησης της επανάστασης και λόγω της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής τανάλιας, οδηγήθηκε έτσι αργά αλλά σταθερά στην υποταγή στο ρώσικο σοσιαλιμπεριαλισμό. Έπαιξε εξαιρετικά αρνητικό ρόλο ως μεταφορέας της γραμμής των Ρώσων νέων Χίτλερ μέσα στο τριτοκοσμικό Κίνημα των Αδέσμευτων, όπου συγκρουόταν συχνά με τη γενικά αστική αλλά αντισοσιαλιμπεριαλιστική Γιουγκοσλαβία του Τίτο, η οποία συνήθως στεκόταν στην ίδια πλευρά των διεθνών συγκρούσεων με τη μαοϊκή Κίνα μετά το 1970. Η Κούβα των Κάστρο έγινε μάλιστα και ένας “υποϊμπεριαλισμός”, παρέχοντας στρατό για αντιδραστικές φιλοσοβιετικές κινήσεις και πραξικοπήματα στην Αφρική, όπως π.χ. στον εμφύλιο της Ανγκόλας το 1975. Το σπέρμα αυτής της λογικής υπήρχε στην τροτσκιστικού, μικροαστικού τύπου γκεβαρική εξαγωγή της επανάστασης, μολονότι ο Γκεβάρα ήταν επικριτής, αν και όχι ολοκληρωμένος, του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού.
Σε εσωτερικό επίπεδο, το κουβανικό καθεστώς εξελίχθηκε σε έναν εξαρτημένο, υπανάπτυκτο κρατικό καπιταλισμό με σοσιαλφασιστική δικτατορία στο εποικοδόμημα, θύμα της θεωρίας του “σοσιαλιστικού καταμερισμού εργασίας” που μετέτρεπε τις χώρες του φιλοΕΣΣΔ μπλοκ σε πολιτικοοικονομικούς δορυφόρους της μπρεζνιεφικής Σοβιετικής Ένωσης, που τις παρείχαν κυρίως πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα, λαμβάνοντας από εκείνη έτοιμα βιομηχανικά προϊόντα, σε μια κλασσικού ιμπεριαλιστικού τύπου ανισοβαρή σχέση.
Μετά τη σκηνοθετημένη “απόσυρση” του σφυροδρέπανου και της ΕΣΣΔ για την ανάδυση μιας ωμά και ξετσίπωτα νεοτσαρικής Ρωσίας το 1989-1991, οι Ρώσοι μείωσαν δραστικά την οικονομική ενίσχυση στην Κούβα, γνωρίζοντας ότι χοντρικά δεν θα έχαναν την αφοσίωση του καθεστώτος των Κάστρο, αφού αναγκαστικά λόγω της αντίθεσης με τους Αμερικάνους, η κουβανική γραφειοκρατική αστική τάξη θα έψαχνε αντιβαρα στα “αντιδυτικά αγκωνάρια” της Ρωσίας και της Κίνας. Είναι βέβαιο άλλωστε ότι η Ρωσία διατηρούσε και τους πράκτορές της μέσα στο στρατιωτικό μηχανισμό εξουσίας και καταστολής της Κούβας, που γιγαντώθηκε μετά το 1990 για να καταστέλλει το δημοκρατικό κίνημα που απαιτούσε πτώση της δικτατορίας, αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και έξοδο της χώρας από το σπιράλ της υπανάπτυξης που την είχαν ρίξει οι Ρώσοι πάτρωνες και οι Κουβανοί σοσιαλφασίστες υποτακτικοί τους, με τη βοήθεια πάντα του αμερικανικού εμπάργκο.
Η Κούβα συνέχισε μάλιστα να παίζει το ρόλο του υποϊμπεριαλιστή καθοδηγητή στη Λατινική Αμερική για τα πολύ χρήσιμα στο παγκόσμιο αντιδυτικό μέτωπο της Μόσχας νέου τύπου, “πλατιά” σοσιαλφασιστικά καθεστώτα τύπου Τσάβες και Μοράλες (σε μεγάλο βαθμό και Λούλα). Αυτά αντιστοιχούσαν στη νέα εποχή, καθώς, όπως και η Ρωσία, δεν εμφανίζονταν ως “κομμουνιστικά” (όπως και βέβαια δεν ήταν), αλλά σαν πλατιά “αντιιμπεριαλιστικά” ή “σοσιαλιστικά”, ενώ ειδικά η Βενεζουέλα λειτουργούσε και ως ενεργειακός αιμοδότης της Κούβας, κυρίως με πετρέλαιο.
Οι Κουβανοί κρατικοί αστοί, εκμεταλλευόμενοι το φυσικό κάλλος του νησιού και προκειμένου να βρουν πηγές συναλλάγματος, έδωσαν εξάλλου μετά το 1990 έμφαση στον τουρισμό, με ένα σύστημα διπλού νομίσματος, δηλαδή σκληρού νομίσματος για τους τουρίστες και υποτιμημένου για το ντόπιο πληθυσμό, ξεχωριστά σούπερ μάρκετ για τους ξένους επισκέπτες κλπ.
Τον οικονομικό έλεγχο όλου αυτού του τουριστικού συμπλέγματος τον διατηρούσε και διατηρεί έως σήμερα η ελεγχόμενη από τη γραφειοκρατία του στρατού κρατική εταιρεία-όμιλος GAESA, που ελέγχει μεγάλο ποσοστό των ξενοδοχειακών μονάδων μέσω της Gaviota, αλυσίδες καταστημάτων λιανικής και βενζινάδικα μέσω της Cimex, καθώς και σημαντικά έργα ακινήτων μέσω της Almest. H GAESA ελέγχει επίσης λιμάνια, κόμβους εφοδιασμού και τράπεζες. Αποτελεί το ισχυρότερο οικονομικό συγκρότημα της Κούβας, με εκτιμήσεις να δείχνουν ότι διαχειρίζεται 40–60% των συναλλαγματικών εισπράξεων της χώρας.
Κάνοντας έναν παραλληλισμό με το Ιράν, θα λέγαμε ότι η GAESA είναι για την Κούβα το ανάλογο του δικτύου επιχειρήσεων και προσπορισμού πλούτου που διαθέτουν οι Ιρανοί Φρουροί της Επανάστασης, που έχουν αναδειχθεί στον ισχυρότερο πόλο εξουσίας μετά τη δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ από τους Τραμπ - Νετανιάχου.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί εδώ είναι γιατί ο πραξικοπηματίας και φασίστας Τραμπ επέλεξε να κινηθεί τώρα κατά της φιλορώσικης Κούβας, όπως νωρίτερα κατά της φιλορώσικης Βενεζουέλας.
Μια πλευρά είναι δευτερεύουσες αλλά σημαντικές αντιθέσεις της Κούβας με τη Ρωσία, τυπικές για χώρες που βρίσκονται στην τροχιά της Μόσχας, αλλά που οι ντόπιες κρατικοφασιστικές αστικές τάξεις διατηρούν πάντα ή παλεύουν για μια σχετικά ανεξάρτητη από αυτή κρατική πορεία (τέτοιες τάσεις - και μάλιστα έντονες - εκδήλωνε ως το 2020-2021 για δεκαετίες ακόμη και ο κοντινότερος σύμμαχος της Μόσχας, εθνοφασίστας Λουκασένκο της Λευκορωσίας).
Έτσι εξηγείται που η κυβέρνηση της Κούβας το 2023 ανακοίνωσε ότι εξάρθρωσε δίκτυο στρατολόγησης Κουβανών πολιτών για το ρωσικό στρατό προκειμένου να πολεμήσουν στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας, ενώ μίλησε δημόσια για «δίκτυο εμπορίας ανθρώπων» που δρούσε μεταξύ Ρωσίας και Κούβας. Η Αβάνα τόνισε ότι δεν συμμετέχει στον πόλεμο και δεν επιτρέπει τη στρατολόγηση πολιτών της για ξένες ένοπλες δυνάμεις.
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι ότι η Αβάνα, αν και έχει αποφύγει να καταδικάσει τη Μόσχα για την εισβολή στην Ουκρανία, κάνει αποχή και δεν καταψηφίζει τα σχετικά ψηφίσματα στον ΟΗΕ, όπως και άλλες σοσιαλφασιστικές χώρες (Βενεζουέλα, Ιράν κ.ά), ενώ ταυτόχρονα δεν έχει αναγνωρίσει επίσημα την “προσάρτηση” των ουκρανικών εδαφών του Ντονμπάς (Λουχάνσκ-Ντονέτσκ) από τη Ρωσία.
Γενικά η Μόσχα, όπως έχουμε τονίσει τουλάχιστον τα τελευταία 25 χρόνια στις αναλύσεις της ΟΑΚΚΕ, εφαρμόζει την τακτική να ραπίζει ή ακόμα και να σκοτώνει τους εθνικιστές συμμάχους ή υποτακτικούς της στον Τρίτο Κόσμο όχι απευθείας, αλλά μέσω των πρακτόρων ή φίλων της στην ηγεσία του δυτικού ιμπεριαλισμού. Όταν αυτή η διαδικασία παίρνει μορφή και γίνεται πραγματική κίνηση, τότε η Ρωσία είτε ανοίγει την αγκαλιά της και υποδέχεται το τριτοκοσμικό θύμα και το προστατεύει πολιτικά τάχα από τους κακούς δυτικούς που του επιτέθηκαν, με όρους όμως ετεροβαρείς και με απόλυτη πια εξάρτηση από την ίδια (βλ. οικογένεια Μιλόσεβιτς μετά το 2000, Λουκασένκο μετά το 2021, Άσαντ από το 2011 μέχρι το 2024 στην εξουσία, παρέχοντάς του στη συνέχεια καταφύγιο στη Μόσχα) ή, όταν θεωρεί το θύμα καμένο χαρτί ή όχι αρκετά υποταγμένο στην ίδια παρά την πίεση, τον παραδίδει στον πολιτικό ή και φυσικό θάνατο στα χέρια είτε των δυτικών ιμπεριαλιστών είτε νεόκοπων φίλων της (π.χ. θάνατος Καντάφι στα χέρια ισλαμοφασιστικών συμμοριών, θάνατος Σαντάμ στα χέρια ιρανόδουλων Ιρακινών φασιστών).
Οι πληροφορίες ότι οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται με τον εγγονό του Ραούλ Κάστρο, τον λεγόμενο “Ραουλίτο”, ο οποίος διατηρεί προνομιακές σχέσεις με το στρατιωτικό σύμπλεγμα της GAESA, δείχνουν ότι ο φασίστας Τραμπ, σέρνοντας πίσω του τον επεμβασία, κουβανικής καταγωγής ΥΠΕΞ Ρούμπιο, που διατηρεί δεσμούς με την κουβανική διασπορά στη Φλόριντα, ψάχνει να βρει την αντίστοιχη Ντέλσι Ροντρίγκες της Κούβας: δηλαδή έναν “ευλύγιστο” Κουβανό σοσιαλφασίστα, τον χειρότερο μέσα σε ένα ήδη σάπιο και ρωσόφιλο καθεστώς, που δεν θα έχει καν τις κλασσικές τριτοκοσμικές αντιστάσεις στο σοσιαλιμπεριαλισμό και ευρύτερα στον ιμπεριαλισμό και θα είναι έτοιμος, διατηρώντας όλο το μηχανισμό βίας και δικτατορίας πάνω στον κουβανικό λαό, να δώσει ταυτόχρονα στις ΗΠΑ τις οικονομικές εκείνες εκχωρήσεις που θα δίνουν στον Τραμπ τη δυνατότητα να δηλώσει μάγος και νικητής, ο πρώτος από το 1960 Αμερικανός πρόεδρος που “νικά” στην Κούβα - και μεσοπρόθεσμα στη Ρωσία την πραγματική εξουσία, και μάλιστα ως αντίβαρο στη “μισητή Αμερική των εκβιασμών και των επεμβάσεων”.
Βέβαια, η περίπτωση της Κούβας θα είναι πιο σύνθετη για το “χειρουργό” της μακρινής για τις ΗΠΑ Βενεζουέλας. Οι Κουβανοί της Φλόριντα, που χοντρικά τις πρώτες δύο δεκαετίες μετά το 1960 ήταν συνήθως ευνοούμενοι του καθεστώτος Μπατίστα και γενικά αντιδραστικής πολιτικής κατεύθυνσης, εδώ και καιρό έχουν καταλήξει να περιλαμβάνουν και κάποια δημοκρατικά στοιχεία και να είναι σε τελική ανάλυση λιγότερο αντιδραστικοί από τη σάπια σοσιαλφασιστική δικτατορία του καστρισμού, παρά το σταθερά φανατικό αντικομμουνισμό τους. Έτσι δε θα είναι έτοιμοι να δεχτούν τη διατήρηση ατόφιου του μηχανισμού των χαφιέδων και βασανιστών της δικτατορίας Κάστρο με αντάλλαγμα απλώς ένα περιορισμένο “άνοιγμα της οικονομίας”. Ήδη στον αμερικανικό Τύπο εμφανίζονται άρθρα που αναφέρουν ότι η κουβανική διασπορά κινείται στην παλιά γραμμή του ρεπουμπλικανικού κόμματος και του ίδιου του Ρούμπιο, που ζητούσε παραδοσιακά συνολική ανατροπή του καθεστώτος Κάστρο, ουσιαστικά μια αστοδημοκρατική Κούβα με ελευθερία του Τύπου, εκλογές και οικονομία της ελεύθερης αγοράς, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη γραμμή Τραμπ για απλές οικονομικές εκχωρήσεις και διατήρηση -στην ουσία- της πολιτικής μορφής του καθεστώτος, απλώς με άλλους, βολικότερους επικεφαλής.
Σε μια χώρα τόσο κοντινή προς το ηπειρωτικό έδαφος των ΗΠΑ (άλλη μια διαφορά με τη Βενεζουέλα), οι κλασσικοί επεμβατιστές ιμπεριαλιστές Ρεπουμπλικανοί (και Δημοκρατικοί) θα είναι δύσκολο να πειστούν ότι ο Τραμπ νίκησε και μετέτρεψε ξανά την Κούβα σε μια αμερικανική μισοαποικία εάν το κουβανικό καθεστώς συνεχίσει να τοποθετείται σε όλα τα διεθνή ζητήματα δίπλα στο ρωσοκινεζικό Άξονα ή έστω “ουδέτερα” αλλά γενικά φιλορωσικά. Ο δε λαός της Κούβας, που έχει υποφέρει πολύ τόσο από τη ρωσόφιλη σοσιαλφασιστική δικτατορία όσο και από τον αμερικανικό επεμβατισμό, μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να γίνει σημαντικός παράγοντας της πολιτικής εξίσωσης, αλλάζοντας τα σχέδια κάθε Τραμπ, κάθε Ρώσου ενορχηστρωτή εγχειρήσεων σε όλο τον πλανήτη και κάθε Κουβανού επίδοξου “Ντέλσι”.
Η ΟΑΚΚΕ στεκόταν πάντα από θέση αρχής ενάντια στο αμερικανικό εμπάργκο κατά της Κούβας και γενικά στον αμερικανικό επεμβατισμό στα εσωτερικά της, καταδικάζοντας παράλληλα τη ρωσόφιλη σοσιαλφασιστική δικτατορία της Αβάνας, τις υποϊμπεριαλιστικές εκστρατείες της τελευταίας στην υπηρεσία της Μόσχας και στηρίζοντας το δημοκρατικό κίνημα του κουβανικού λαού, σε αντίθεση με την “αλληλεγγύη” των κνιτών, συριζαίων, πασόκων και φυσικά του εξωκοινοβουλευτικού οπορτουνιστικού τροτσκιστικού συρφετού στον καστρισμό.
Ωστόσο, όπως και στην περίπτωση του ακόμη χειρότερου ιρανικού ισλαμοφασιστικού δολοφονικού καθεστώτος, η ΟΑΚΚΕ στέκεται με σταθερότητα ενάντια σε κάθε τραμπική “εγχείρηση”, ειδικά τη στιγμή που έχει αποδειχτεί τι σόι εκτρώματα παράγει ο επεμβασίας αμερικανικός ιμπεριαλισμός στην εποχή της στρατηγικής πτώσης του, πόσο μάλλον όταν έχει στην ηγεσία του έναν συνειδητό και αφοσιωμένο πράκτορα του ρωσοκινεζικού Άξονα.