ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ TΟΥ ΘΙΒΕΤΙΑΝΟΥ ΛΑΟΥ

Στο Θιβέτ βρίσκεται σε εξέλιξη μια λαϊκή εξέγερση. Επικεφαλής αυτής της εξέγερσης είναι σήμερα οι δυνάμεις της θιβετιανής μισοφεουδαρχικής αστικής τάξης που είναι δεμένες με τον δυτικό ιμπεριαλισμό. Απέναντι στην εξέγερση αυτή βρίσκονται οι κρατικομονοπωλιστές του Πεκίνου.
Δεν είναι ότι καλύτερο το να χρειάζεται να διαλέξει κανείς ανάμεσα σε αυτές τις δύο ηγετικές τάξεις. Ωστόσο πρέπει να το κάνει γιατί στην ουσία πίσω από τη θιβετιανή εξέγερση βρίσκεται η αντιιμπεριαλιστική δημοκρατική αντίσταση ενός ολόκληρου καταπιεσμένου έθνους απέναντι σε έναν κανιβαλικό ιμπεριαλισμό, τον κινέζικο ναζιστικού τύπου σοσιαλιμπεριαλισμό.

Η υπόθεση του Θιβέτ δεν είναι εύκολη ως προς την κατανόησή της. Χρειάζεται μια υλιστική διαλεκτική αντίληψη και, κυρίως μια σαφής θέση ιστορικού στρατοπέδου στο επίπεδο της παγκόσμιας ταξικής πάλης γενικά και της κινέζικης ταξικής πάλης ειδικότερα για να μην πέσει κανείς σε ένα από τα δύο λάθη στα οποία πέφτουν όσοι ξεκινάνε αυτήν την ανάλυση με μεταφυσικές παρωπίδες.
Το ένα λάθος, το δευτερεύον, είναι φιλελεύθερου αστικού χαρακτήρα και το άλλο λάθος, το κύριο, είναι φασιστικού χαρακτήρα.
Σύμφωνα με το πρώτο λάθος το Θιβέτ είναι μια χώρα κατεχόμενη από την Κίνα μετά τα 1951 και καταπιεσμένη από τον κινέζικο εθνικισμό ο οποίος εκφράστηκε με κομμουνιστική μορφή αδιάλειπτα τάχα από τα 1951 μέχρι σήμερα. Πάνω σε αυτή τη λογική στηρίζεται η θέση ότι υπάρχει και υπήρχε διαρκώς μετά από το β΄ παγκόσμιο πόλεμο στο Θιβέτ ένα κίνημα εθνικής και κρατικής ανεξαρτησίας που ήταν και είναι δίκαιο και σαν τέτοιο προοδευτικό. Αυτή είναι η θέση της σημερινής ηγεσίας του θιβετιανού εθνικού κινήματος και των όποιων φίλων του στις δυτικές αστικές τάξεις.
Το δεύτερο είδος λάθους είναι να θεωρεί κανείς το σημερινό εθνικό κίνημα του Θιβέτ ένα αντιδραστικό κίνημα φεουδαρχών και πρακτόρων του ιμπεριαλισμού επειδή ήταν πραγματικά τέτοιο στην κύρια πλευρά του τουλάχιστον μέχρι τα 1980. Σύμφωνα με αυτή τη λογική το σημερινό θιβετιανό είναι ένα κίνημα του ιμπεριαλισμού που θέλει να διασπάσει και να ακρωτηριάσει μια χώρα που ακόμα και αν δεν είναι σοσιαλιστική είναι τουλάχιστον με τη σημερινή της ηγεσία αντιφεουδαρχική και αντιαμερικάνικη-αντιιμπεραλιστική. Αυτή είναι η έσχατη θέση πολιτικής άμυνας των σοσιαλφασιστών του Πεκίνου, της Μόσχας και κάθε σοσιαλφασίστα και φασίστα αστού ή μικροαστού επί της γης απέναντι στην εξέγερση του Θιβέτ.
Από τα δύο αυτά λάθη το δεύτερο είναι άπειρες φορές χειρότερο από το πρώτο γιατί σημαίνει αντικειμενικά συμπαράσταση στον κύριο εχθρό και του θιβετιανού και όλου του κινέζικου λαού, όλων των εθνοτήτων που είναι σήμερα ο σοσιαλιμπεριαλιστικός σοβινισμός των Χαν. Αυτός που διαπράττει αυτό το λάθος τοποθετείται από πολιτική τακτική άποψη στο στρατόπεδο του σύγχρονου χιτλερισμού και από στρατηγική άποψη στο στρατόπεδο του πιο επικίνδυνου, του σοσιαλφασιστικού αναθεωρητισμού της προλεταριακής ιδεολογίας.

Να στηριζόμαστε στα στοιχεία της ζωντανής πολιτικής πάλης

Γιατί το να στηρίζεται κανείς στον αντιδραστικό χαρακτήρα που είχε το κίνημα για ένα ανεξάρτητο Θιβέτ όσο η Κίνα ήταν σοσιαλιστική και να βγάζει από κει αντιδραστικό και το σημερινό αντίστοιχο κίνημα δεν σημαίνει απλά ότι πάσχει από αρτηριοσκλήρωση και αδυναμία να καταλάβει έστω και κάτι λίγο από διαλεκτική, αλλά πάσχει από βαθιά περιφρόνηση στις μάζες. Γιατί δεν μπορεί να μην καταλαβαίνει κανείς ότι είναι πολύ μεγάλο πράγμα να κατεβαίνουν τμήματα ενός λαού άοπλα για να κάνουν διαδηλώσεις απέναντι σε ένα από τα πιο καταπιεστικά αστυνομικά και σιδερόφρακτα καθεστώτα του κόσμου που δεν δίστασε να σφάξει χιλιάδες άοπλους διαδηλωτές που ζητούσαν δημοκρατία το 1989 και που βασανίζει στις φυλακές του χιλιάδες δημοκρατών. Δεν είναι δυνατό να είναι εργαλείο φεουδαρχών ένα κίνημα του 21ου αιώνα στο οποίο επιβάλλεται η απόλυτη φίμωση με την απαγόρευση της παρουσίας κάθε δημοσιογράφου εκεί που εξελίσσεται. Αν αυτό το κίνημα δεν έκφραζε τις βαθιές διαθέσεις των θιβετιανών μαζών και ήταν απλά ένα κίνημα εγκληματικών στοιχείων κατά των απλών κινέζων Χαν της Λάσα θα μπορούσαν οι σοσιαλφασίστες του Πεκίνου να καθοδηγήσουν αμέσως εκεί μια κοινή ενθουσιώδη μαζική αντιδιαδήλωση των θιβετιανών δημοκρατών και των κινέζων και να την επιδείξουν στον πλανήτη.
Όχι. Οι πραγματικοί δημοκράτες, επειδή εμπιστεύονται έστω και λίγο τους δημοσιογράφους των μη φασιστικών χωρών γιατί αντιλαμβάνονται ότι αυτοί δεν μπορούν να σκαρώνουν συνομωσίες καθολικής αντιπληροφόρησης, ξέρουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία του θιβετιανού λαού υποστηρίζει αυτό το κίνημα. Και ξέρουν ότι το υποστηρίζει επειδή οι στρατοκράτες του Πεκίνου έχουν επιβάλει μετά τα 1989 έναν απόλυτο αστυνομικό έλεγχο στο Θιβέτ, έχουν ποδοπατήσει τη συνταγματικά εγγυημένη αυτονομία του, έχουν ελέγξει απόλυτα τα διοικητικά του όργανα, έχουν καταργήσει σε αυτά τη χρήση της θιβετιανής γλώσσας επιβάλλοντας την κινεζική ακόμα και στα λύκεια, έχουν απαγορεύσει στα θιβετιανά κρατικά στελέχη να προβαίνουν σε θρησκευτική λατρεία, έχουν κλείσει με πρωτοφανή βία μοναστήρια απολύοντας χιλιάδες μοναχούς ενώ, εδώ και λίγα χρόνια, αναγκάζουν τους μοναχούς να υπογράφουν δηλώσεις κατά του θρησκευτικού αρχηγού τους Δαλάι Λάμα και τις θιβετιανές μάζες να καταδικάζουν τον ίδιο σε μαζικές διαδικασίες «πατριωτικής διαπαιδαγώγησης» στις οποίες αυτές καλούνται επίσης να γιουχάρουν τη θιβετιανή σημαία. Τέλος και το σημαντικότερο ξέρουν οι δημοκράτες σε όλο τον κόσμο ότι η κεντρική κινεζική κυβέρνηση ακολουθεί, ιδιαίτερα μετά το 1995, μια συστηματική πολιτική εποικισμού του Θιβέτ με εκατομμύρια κινέζων μεταναστών που μεταφέρονται εκεί μαζί με το μεγάλο κινέζικο κρατικό και ιδιωτικό κεφάλαιο ώστε να μπορεί ο σοβινισμός των Χαν να πάρει στα χέρια του το κύριο μέρος της σύγχρονης οικονομικής ζωής του Θιβέτ και, κυρίως να αλλάξει την εθνοτική σύσταση του πληθυσμού. Ο στόχος των σοσιαλφασιστών του Πεκίνου είναι με αυτή τη μετανάστευση, που στην ουσία της είναι μοντέρνος εποικισμός, να μην μπορεί ποτέ ο θιβετιανός πληθυσμός να ξαναβάλει ζήτημα ούτε διοικητικής αυτονομίας ούτε, ακόμα περισσότερο, ζήτημα πολιτικής ανεξαρτησίας για το Θιβέτ. Ονομάζουμε αυτόν τον εποικισμό μοντέρνο γιατί σε αντίθεση με τον κλασσικό αποικιακό εποικισμό δεν καταφεύγει κυρίως στην κατοχή από το αποικιακό έθνος της αγροτικής γης του καταπιεζόμενου έθνους, αλλά της βιομηχανικής παραγωγής, της παραγωγής υποδομών, των ορυκτών πρώτων υλών, των βασικών οικονομικών υπηρεσιών, του εμπορίου και της οικοδομικής γης στην πόλη. Ο λαός του Θιβέτ ζει εδώ και χρόνια αυτό που τώρα μαθαίνει όλος ο υπόλοιπος κόσμος: ότι οι κινέζοι φασίστες θέλουν να πνίξουν τα εθνικά δικαιώματα του μέσα στην πληθυσμιακή, οικονομική και πολιτική κυριαρχία των Χαν ασκώντας γι αυτό το σκοπό μια κτηνώδη πολιτική δικτατορία πάνω τους. Ενάντια σε αυτή την δικτατορία ξεσηκώθηκαν οι θιβετιανοί μοναχοί αρχικά και στη συνέχεια οι θιβετιανές μάζες. Το κίνημά τους είναι πραγματικά μαζικό και λαϊκό (Δες τα πρώτα στοιχεία για την εξέγερση σε άλλο σημείωμα σε αυτό το φύλλο της Νέας Ανατολής).

Η επαναστατική εξουσία στο Θιβέτ είναι η αντίθετη από τη σοσιαλφασιστική

Η πολιτική απάντηση των σοσιαλφασιστών σε όλο τον κόσμο ενάντια σε αυτήν την εξέγερση είναι μία: Την κατηγορούν όπως είπαμε και στην αρχή ότι θέλει να παλινορθώσει τη φεουδαρχία και να διαλύσει την Κίνα που όσο αστική και να είναι δεν είναι όργανο του κύριου εχθρού των λαών που είναι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Για να αποδείξουν την ορθότητα αυτού του ισχυρισμού τους οι σοσιαλφασίστες δεν δυσκολεύονται ιδιαίτερα. Καταφεύγουν όπως συνηθίζουν να κάνουν όλοι οι φασίστες στην ιστορία και την ακινητοποιούν. Η ιστορία λέει ότι πράγματι υπήρξε ένα αντικινεζικό κίνημα ανεξαρτησίας του Θιβέτ το 1959 που ήταν αντιδραστικό φεουδαρχικό και ήταν πράγματι στην υπηρεσία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και ήθελε να πνίξει την κινέζικη επανάσταση στα πλαίσια της παγκόσμιας αντικομμουνιστικής του εκστρατείας. Την πιο μεγάλη διευκόλυνση στους κινέζους σοσιαλφασίστες σε αυτή τη χρήση της ιστορίας τη δίνει η σημερινή εθνικιστική ηγεσία αυτού του κινήματος και όλες οι μη φασιστικές δυτικές χώρες που προβάλουν το σημερινό κίνημα σαν συνέχεια εκείνου του 1959 που θεωρούν προοδευτικό. Αντίστροφα οι κινέζοι Χαν σοβινιστές σοσιαλφασίστες ανταποδίδουν στους δυτικούς ιμπεριαλιστές και στους θιβετιανούς εθνικιστές αυτή τη διευκόλυνση εμφανίζοντας επίσης τη σημερινή τους φασιστική και ιμπεριαλιστική Κίνα σαν συνέχεια της Λαϊκής επαναστατικής και προλεταριακής Κίνας που είχε καταστείλει την αντιδραστική εξέγερση του 1959. Με λίγα λόγια στο 1959 και γενικότερα στην ταύτιση του θιβετιανού κινήματος πριν από την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Κίνα με εκείνο μετά την παλινόρθωση ενώνεται ο σοσιαλιμπεριαλισμός και ο σοβινισμός των Χαν με τον ιμπεριαλισμό και το θιβετιανό εθνικισμό και σοβινισμό. Αυτή η ένωση δεν σημαίνει ότι τα δύο στρατόπεδα της αντιπαράθεσης στο Θιβετιανό ταυτίζονται στην ουσία της πολιτικής τους όπως εξηγήσαμε στην αρχή. Το ένα είναι τμήμα της παγκόσμιας αντιφασιστικής πάλης, το άλλο είναι τμήμα του παγκόσμιου φασιστικού άξονα. Σημαίνει όμως ότι το κίνημα της εθνικοδημοκρατικής αντίστασης στο Θιβέτ έχει πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει για να αποκτήσει μια ηγεσία αντάξιά του, δηλαδή μια συνεπή δημοκρατική και αντιιμπεραιλιστική ηγεσία που μόνη αυτή θα μπορεί να το οδηγήσει σε νίκη πάνω στο σοσιαλφασισμό. Όσο ένα κίνημα συμφωνεί με το σοσιαλφασισμό σε βασικές ιδεολγικές και πολιτικές πλευρές του δεν μπορεί να απελευθερωθεί από αυτόν. Και δεν πρόκειται για μια συμφωνία στην αντιδραστική χρήση της ιστορίας. Πρόκειται για το πρακτικό και συγκεκριμένο ζήτημα ότι το θιβετιανό κίνημα δεν θα μπορέσει να νικήσει αν δεν ενωθεί με το πλατύ δημοκρατικό κίνημα του κινέζικου λαού, και δεν θα μπορεί να ενωθεί με αυτό το κίνημα όσο μένει γενικά αντικινέζικο και έτσι βλέπει σαν εχθρό του εξίσου τους νεοναζί που κυριαρχούν στο Πεκίνο και τους απλούς κινέζους εργαζόμενους μετανάστες που αυτοί εγκαθιστούν στο Θιβέτ. Κυρίως θα πρέπει να ξεκαθαρίσει ότι οι παλιότεροι κινέζοι Χαν που είχαν έρθει και εγκατασταθεί στο Θιβέτ επί σοσιαλιστικής Κίνας ήταν φορείς της πολιτικής, της ιδεολογίας και κυρίως φορείς του υλικού εκσυγχρονισμού που αποτέλεσε τη βάση της δημιουργίας του σύγχρονου Θιβέτ. Χωρίς την ύπαρξη και τη βοήθεια της κόκκινης Κίνας στο θιβετιανό λαό δεν θα υπήρχε σύγχρονο θιβετιανό έθνος, ούτε σημερινό δημοκρατικό και αντι-ιμπεριαλιστικό θιβετιανό κίνημα.
Να γιατί πρέπει να ανατρέψουμε τη σοσιαλφασιστική και τη δυτική ιμπεριαλιστική θέση που ενώνει σε μια συνέχεια το παλιό αντιδραστικό με το σημερινό προοδευτικό θιβετιανό κίνημα.

Ενάντια στη θέση για εισβολή και κατοχή του Θιβέτ από την Λαϊκή Κίνα το 1951

Για να κάνουμε αυτήν την ανατροπή πρέπει να καθαρίσουμε με το θιβετιανό αποσχιστικό και αντικινεζικό κίνημα που ουσιαστικά ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή της λαϊκής εξουσίας της Κίνας μέχρι την ανατροπή αυτής της εξουσίας τη δεκαετία του 1980. Αυτό σημαίνει βασικά να ανατρέψουμε την αντιδραστική θέση βάσης ότι το 1951 υπήρξε εισβολή και κατοχή ενός ανεξάρτητου κράτους που λεγόταν Θιβέτ από τη Λαϊκή Κίνα. Πρόκειται για μεγάλη απάτη. Το Θιβέτ δεν υπήρξε ποτέ ανεξάρτητο κράτος στην ιστορία του. Ποτέ καμιά χώρα δεν το αναγνώρισε σαν κράτος και ποτέ αυτό δεν συνήψε διπλωματικές σχέσεις με ένα άλλο κράτος. Αυτό συνέβη γιατί το Θιβέτ ήταν την εποχή του σχηματισμού των εθνικών κρατών στην κεντρική Ασία, δηλαδή στις αρχές του 20ου αιώνα, ένας εξαιρετικά απομονωμένος χώρος άσκησης μιας πολύ καθυστερημένης μορφής φεουδαρχικής και εν μέρει δουλοκτητικής εξουσίας και στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο. Η άρχουσα τάξη είχε τρεις μορφές, τη θρησκευτική μοναστηριακή φεουδαρχία, την κρατική φεουδαρχική και την αριστοκρατία της γης οι οποίες παράλληλα με τη δουλοπαροικιακή μορφή εκμετάλλευσης ασκούσαν σε μεγάλο βαθμό και δουλοκτητική εξουσία και μάλιστα με μια ασύλληπτη σκληρότητα. Ο βασικός φεουδάρχης και δουλοκτήτης του Θιβέτ είχε σαν βάση του τα μεγάλα δουλοπαροικιακά και δουλοκτητικά κέντρα που ήταν τα μοναστήρια με θρησκευτικό και πολιτικό αρχηγό το Δαλάι Λάμα. Δευτερευόντως ηγετικό ρόλο έπαιζε ο Πάντσεν Λάμα που ήταν εκπρόσωπος της θρησκευτικής φεουδαρχίας στο ανατολικό τμήμα του Θιβέτ. Την ηγεμονία την είχε πάντα η βουδιστική θεοκρατική αριστοκρατία και αυτή είναι η βασική αιτία της μεγάλης παραγωγικής και πολιτικής στασιμότητας συνολικά της φεουδαρχίας του Θιβέτ. Η θεωρία της μετεμψύχωσης ήταν το βασικότερο εργαλείο της ανεμπόδιστης εκμετάλλευσης των δουλοπάροικων και δούλων και των ελάχιστών εξεγέρσεων σε αυτή τη χώρα. Σύμφωνα με αυτήν οι αριστοκράτες ήταν μετεμψυχώσεις ανθρώπων και οι δουλοπάροικοι και δούλοι ήταν μετεμψυχώσεις ζώων. Οι επικοινωνίες στο εσωτερικό του Θιβέτ ήταν ελάχιστες αφού κυριαρχούσε εκεί η πιο καθυστερημένη φυσική οικονομία και δεν υπήρχαν δρόμοι. Το μόνο τμήμα της άρχουσας τάξης που είχε εμπορικές δοσοληψίες ήταν ένα πολύ μικρό τμήμα της αριστοκρατίας που έκανε εμπόριο μαλλιού κυρίως με την Ινδία. Αλλά αυτό ποτέ δεν έπαιξε ισχυρό πολιτικό ρόλο στο Θιβέτ. Το αποτέλεσμα αυτής της ακινησίας και της καθυστέρησης σε συνδυασμό με το φυσικό αποκλεισμό και το μικρό πληθυσμό του Θιβέτ αναλογικά με το απέραντο έδαφος, και σε συνδυασμό επίσης με τον ελάχιστο και εντελώς πρωτόγονα εξοπλισμένο θιβετιανό στρατό έκανε υποχρεωτικό για το Θιβέτ να ζει κάτω από την κυριαρχία της κινεζικής φεουδαρχικής αυτοκρατορικής εξουσίας, ειδικά αυτής των Τσινγκ από τον 16ο αιώνα και πέρα. Ήταν μια σχέση αμοιβαιότητας κατά κάποιον τρόπο αφού η θιβετιανή θεοκρατία πρόσφερε στην αυτοκρατορία μια πολύ καλά επεξεργασμένη φεουδαρχική θεολογία που αυτή είχε ανάγκη, ενώ η αυτοκρατορία πρόσφερε στην θιβετιανή περίκλειστη και καθυστερημένη κοινωνία στρατιωτική προστασία και διπλωματική εκπροσώπηση στον έξω κόσμο. Η αυτοκρατορική εξουσία εξασφαλιζόταν στο Θιβέτ από μια αυτοκρατορική διοικητική αποστολή στη Λάσα και από τον αυτοκρατορικό στρατό. Αυτή η σχέση δεν ήταν κάτι στο οποίο αντιστεκόταν η θιβετιανή άρχουσα τάξη αφού ουσιαστικά ήταν αναπόφευκτη στο δοσμένο στάδιο ανάπτυξης των παραγωγικών και κοινωνικών δυνάμεων.
Αυτήν την αναγκαιότητα οι δυτικοί ιστορικοί θέλουν να την αρνούνται και προσπαθούν να ανακαλύψουν μια περίοδο ανάμεσα στα 1911 και στα 1951 όπου τάχα πριν την εισβολή των κόκκινων το Θιβέτ είχε καταχτήσει την ανεξαρτησία του.
Αυτό που συνέβη ήταν το εξής: Η κυριαρχία της Κίνας πάνω στο Θιβέτ αδυνάτισε στα 1910 όταν άρχισε να αποσαθρώνεται η κεντρική κινέζικη αυτοκρατορική εξουσία κάτω από τα παράλληλα χτυπήματα των αντιφεουδαρχικών και δημοκρατικών εξεγέρσεων αλλά και των επεμβάσεων των ιμπεριαλιστών. Αυτή η περίοδος ξεκίνησε ουσιαστικά λίγο πριν και δυνάμωσε στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου. Τη στιγμή αυτή άρχισε να αναμειγνύεται στα εσωτερικά του Θιβέτ ο τσαρισμός αρχικά και ο αγγλικός ιμπεριαλισμός στη συνέχεια σαν αποικιακός ηγεμόνας της συνορεύουσας με το Θιβέτ Ινδίας. Το αποτέλεσμα αυτών των επεμβάσεων ήταν η συνθήκη της Σίμλα το 1914 στην οποία συμμετείχαν η Κίνα, το Θιβέτ και η Βρετανία. Με αυτήν η Αγγλία εξασφάλιζε κάποια θιβετιανά εδάφη υπέρ της Ινδίας ωστόσο αναγνώριζε ρητά την κινεζική κυριαρχία στο Θιβέτ και ότι αυτό ήταν μέρος της Κίνας. Αργότερα η Κίνα αρνήθηκε αυτή τη συμφωνία μόνο σε ότι αφορούσε τα ινδοκινεζικά σύνορα. Από το 1914 ως το 1933 η κινεζική εξουσία στο Θιβέτ ήταν μόνο ονομαστική αποκλειστικά εξαιτίας των σκληρών εσωτερικών πολεμικών συγκρούσεων των κινεζικών φεουδαρχικών κλικών και των ηγετών τους, των λεγόμενων πολεμαρχών, που διέλυσαν πρακτικά όλη την κεντρική αυτοκρατορική μηχανή. Ονομάζουμε κυρίως Θιβέτ τη σημερινή Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ (ΑΠΘ) σε αντιπαράθεση με τις περιοχές εκείνες που βρίσκονται ανατολικότερα της ΑΠΘ και είναι επαρχίες της Κίνας στις οποίες ζουν θιβετιανοί πληθυσμοί, σε ορισμένες από αυτές πλειοψηφικοί. Οι περιοχές αυτές ονομάζονται επίσης από τους θιβετιανούς εσωτερικό Θιβέτ και αντίστοιχα εξωτερικό Θιβέτ ή κεντρικό και ανατολικό Θιβέτ.
Όταν στα 1934 η εξουσία των εθνικιστών του Κουμιτάνγκ σταθεροποιήθηκε ήρθε στο Θιβέτ ξανά η κινέζική κρατική αποστολή. Εκεί επενέβη η Αγγλία και εγκατέστησε και δική της αποστολή στη Λάσα στα 1936. Αλλά στα 1939 και παρά τις επίμονες προσπάθειες της Αγγλίας να απομακρύνει την Κίνα εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα ο κινέζος απεσταλμένος, ο Άμπαν, καθώς και η πολυάριθμη κινέζικη διοικητική αποστολή και μαζί της αποκαταστάθηκε η εξουσία του Κουομιτάγκ στο Θιβέτ στη βάση των 3 σημείων που είχαν τοποθετηθεί ρητά το 1934: α) Το Θιβέτ είναι μέρος της Κίνας, β) Ο κινέζικος στρατός εξασφαλίζει τα σύνορα του Θιβέτ, γ) Η κινέζικη αποστολή είναι μόνιμη. Όμως όπως και παλιότερα παρέμεινε να ασκεί τα καθήκοντα της εσωτερικής διακυβέρνησης η θιβετιανή κυβέρνηση, το λεγόμενο Κασάγκ. Οι φεουδάρχες του Κασάγκ συνέχισαν να ασκούν όπως πάντα ανεμπόδιστα την οικονομική και πολιτική εξουσία στο εσωτερικό του Θιβέτ. Η νέα κατάσταση σηματοδοτήθηκε από το ότι η ενθρόνιση του σημερινού 14ου νέου Δαλάι Λάμα, έγινε με την κυριαρχική παρουσία της κινέζικης αποστολής. Αυτή η αποκατάσταση της κυριαρχίας της Κίνας ήταν αποτέλεσμα της θέλησης της πλειοψηφίας της θιβετιανής άρχουσας τάξης, ιδιαίτερα της ηγετικής ομάδας του Δαλάι Λάμα που ήθελε στενούς δεσμούς με το Κουομιτάγκ. Αυτό το τελευταίο γεγονός το αναγνωρίζει ρητά ο πιο έγκυρος ιστορικός του θιβετιανού εθνικισμού ο Τσέριγκ Σάκυα στο βιβλίο του αναφοράς «Ο δράκος στη χώρα των χιονιών» από το οποίο έχουμε πάρει τα περισσότερα στοιχεία αυτού εδώ του άρθρου*. Βέβαια ούτε αυτός, ούτε οι δυτικοί ιστορικοί αποδέχονται ότι αυτά τα στοιχεία αποτελούν αποδείξεις «κυριαρχίας» της Κίνας. Αυτοί μιλάνε πάντα για «επικυριαρχία» της Κίνας πάνω στο Θιβέτ ακόμα και στη διάρκεια της δυναστείας των Τσίνγκ. Όμως για έναν υλιστή το ζήτημα της κυριαρχίας είναι κυρίως το ζήτημα του ποιος ασκεί τη στρατιωτική εξουσία σε έναν εδαφικό χώρο και ποιος χειρίζεται τις εξωτερικές του σχέσεις. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η κυριαρχία μπορεί να είναι περιορισμένη, να υπάρχει μικρή ή μεγάλη αυτονομία στο συγκεκριμένο χώρο, αλλά η κυριαρχία και ο κυρίαρχος είναι δεδομένα.

Οι αριστοκράτες διώχνουν τους κινέζους μόνο όταν έρχεται το ΚΚΚ στην εξουσία

Η σχέση αυτή του Θιβέτ με την Κίνα άλλαξε ουσιαστικά μόνο και μόνο όταν το ΚΚ Κίνας ανέτρεψε το Κουομιτάγκ και ήρθε στην εξουσία. Τότε από την πρώτη στιγμή της ανόδου του ΚΚΚ, ακόμα και λίγο πριν από αυτήν και όσο φαινόταν αναπόφευκτη, ο Δαλάι Λάμα και το Κασάγκ κάτω από την άμεση καθοδήγηση της Αγγλίας αποδόθηκαν σε έναν αγώνα δρόμου να απομακρύνουν από το Θιβέτ την κινέζικη αποστολή και κάθε κινέζικη εξουσία. Τους ανησυχούσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα μεσαία και χαμηλότερα στελέχη της διοικητικής μηχανής και του στρατού του Κουομιτάγκ, συμπαθούσαν τη νέα κεντρική εξουσία ή εν πάση περιπτώσει από γραφειοκρατική παθητικότητα δεν θα αρνούνταν να εκτελέσουν τις εντολές της. Επίσης ένα μεγάλο μέρος των απλών μοναχών που οι περισσότεροι είχαν στάτους δούλου έβλεπαν πάντα με συμπάθεια την κινεζική εξουσία αντίθετα με τον ανώτερο κλήρο. Έτσι το Κασάγκ ταχύτατα, μυστικά και σε τρεις δόσεις έδιωξε όλους τους κινέζους από τη Λάσα στις 14, 17 και 20 Ιουλίου του 1947 φοβούμενο ότι αν δεν το έκανε γρήγορα θα είχε να αντιμετωπίσει διαδηλώσεις από αυτούς. Το κίνητρο πίσω από αυτή τη δράση ήταν για τη θιβετιανή φεουδαρχική αριστοκρατία η παρεμπόδιση κάθε δημοκρατικής πολιτικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης και για την Αγγλία ο ορμητικός αντικομμουνισμός που ήδη είχε μπει στην εποχή του ψυχρού πολέμου.
Βεβαίως η νέα κυβέρνηση της Λαϊκής Κίνας κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚ Κίνας ήταν αποφασισμένη να επιστρέψει στο Θιβέτ και το δήλωσε ότι αυτό θα επιχειρούσε να το κάνει αναίμακτα. Ήταν θέση του ΚΚ Κίνας από το 1931 ότι το Θιβέτ ανήκε στην Κίνα και αυτή η θέση δεν αμφισβητήθηκε στη συνέχεια στο εσωτερικό του. Αλλά και από πρακτική άποψη αν το φεουδαρχικό κυριολεκτικά μεσαιωνικό Θιβέτ δεν ανήκε στην κόκκινη Κίνα, θα ανήκε υποχρεωτικά είτε στη αστική Ινδία είτε στην ιμπεριαλιστική Αγγλία και σε κάθε περίπτωση θα χρησίμευε μόνο σαν ένα εργαλείο και σαν βάση επίθεσης του ιμπεριαλιστικού και αστικού κόσμου κατά της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Εκείνο το Θιβέτ δεν μπορούσε, ακόμα και αν ήθελε, να είναι ανεξάρτητο για τους λόγους που αναλύσαμε προηγούμενα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν το Θιβέτ αρνήθηκε να δεχτεί τη νέα κινέζικη εξουσία και ζήτησε να αναγνωριστεί από τον ΟΗΕ κάτω από την προτροπή των Άγγλων, δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος στο Κασάγκ να γράψει το κείμενο της αίτησης στα αγγλικά και έτσι αυτό χρειάστηκε να δοθεί στον Ινδό αντιπρόσωπο στη Λάσα για να το γράψει και να το προωθήσει. Επίσης όταν ο Νγκάμπο επικεφαλής διαπραγματευτής του Θιβέτ με τη Λαϊκή Κίνα ζήτησε από το Κασάγκ να δεχτεί τους όρους της Κίνας, τότε αυτό κατέφυγε σε χρησμούς για να αποφασίσει τι θα κάνει. Αυτή η απόλυτη πρακτική αδυναμία να υπάρξει σαν ανεξάρτητο κράτος είναι ο λόγος που ούτε μια χώρα του κόσμου, πλην του Σαλβαντόρ -που δέχτηκε να κάνει αυτήν την πρόταση προφανώς μέσα από τις ραδιουργίες των ΗΠΑ που μετά το 1947 πήραν τη σκυτάλη από την Αγγλία- δεν δέχτηκε να μπει σε συζήτηση ζήτημα αναγνώρισης του Θιβέτ. Και ποτέ δεν αναγνώρισε αυτό το αίτημα ούτε η μετααποικιακή Ινδία, ούτε καν οι ίδιες οι ΗΠΑ και η Αγγλία γιατί φοβόντουσαν ότι θα στραπατσαριστεί το κύρος τους. Αυτή η καθολική διεθνής απομόνωση των δυτικών ιμπεριαλιστών και των θιβετιανών φεουδαρχών στον ΟΗΕ το 1950 είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο τελικά η ένωση του Θιβέτ με την Κίνα έγινε πρακτικά αναίμακτα. Λέμε πρακτικά γιατί όταν ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός μπήκε το 1951 στις κινέζικες επαρχίες του Τσινγκχάι, Κανγκσού, Σιτσουάν, και Χουνάν που περιέχουν θιβετιανούς πληθυσμούς και που για τους θιβετιανούς είναι οι περιοχές Αμντο και Κάμπτο του ανατολικού Θιβέτ, υπήρξαν κάποιες ελάχιστες μάχες με το μικρό θιβετιανό στρατό χωρίς όμως συμμετοχή του πληθυσμού. Όμως δεν έγινε ποτέ καμιά μάχη για την κυριαρχία στο κυρίως Θιβέτ, στην κατοπινή Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ, ή το Εσωτερικό Θιβέτ όπως το ονομάζουν οι δυτικοί και οι θιβετιανοί εθνικιστές. Αυτό οφείλεται στο ότι μετά από μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις η εξουσιοδοτημένη από το Κασάγκ και το Δαλάι Λάμα θιβετιανή αντιπροσωπεία υπέγραψε τα 17 σημεία που είχε προτείνει η Κίνα κάτω από την άμεση καθοδήγηση του Μάο Τσετουνγκ. Οι ΗΠΑ πίεσαν τους θιβετιανούς να μην υπογράψουν αυτή τη συμφωνία και για να το πετύχουν αυτό πίεσαν αφόρητα την Ινδία για να πιέσει αυτή με τη σειρά της τους θιβετιανούς μέσω των εμιγκρέδων που είχαν καταφύγει στην Ινδία. Αργότερα οι θιβετιανοί αντιδραστικοί ισχυρίστηκαν ότι η αντιπροσωπεία που έκανε τη διαπραγμάτευση με το ΚΚ Κίνας απειλήθηκε. Όμως αυτό το ισχυρίστηκαν 10 ολόκληρα χρόνια αφού αποδέχτηκαν τη συμφωνία και ο Δαλάι Λάμα και η τοπική κυβέρνηση (αφού έριξε κλήρο για να αποφασίσει) και η τοπική Εθνοσυνέλευση. Αυτά τα 17 σημεία λένε στην ουσία: Ότι η ΛΔ της Κίνας θα έχει την ευθύνη της άμυνας και των εξωτερικών σχέσεων του Θιβέτ, αλλά ότι κατά τα άλλα αυτό θα αυτοκυβερνάται από τα τοπικά συλλογικά όργανα εξουσίας. Οριζόταν χαρακτηριστικά στα 17 σημεία ότι οι όποιες μεταρρυθμίσεις θα έπρεπε να γίνονται σε συνεννόηση με τις τοπικές αρχές. Αλλά τα χαρτιά είναι ένα πράγμα και η πράξη και το πνεύμα των συμφωνιών ένα άλλο πράγμα.

Το Θιβέτ στην Κίνα της σοσιαλιστικής επανάστασης

Το πνεύμα λοιπόν καθώς και η πράξη της μαοϊκής Κίνας ήταν ολότελα αντίθετα από τη νοοτροπία κάθε αποικιακής, ιμπεριαλιστικής και εθνικιστικής καταπιεστικής κυβέρνησης και δεν θα πρέπει να υπήρξε παγκόσμιο προηγούμενο σε σχέση με αυτό που έγινε στο Θιβέτ. Από τα 1951 μέχρι τα 1959 που έγινε η αντικινεζική εξέγερση στο Θιβέτ, η Κίνα δεν προχώρησε στην αντιφεουδαρχική μεταρρύθμιση, δηλαδή στη διανομή της γης στους δουλοπάροικους αγρότες επειδή αυτό δεν το θέλησε η πλειοψηφία της υπάρχουσας πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας στο Θιβέτ και ούτε η θιβετιανή αγροτιά ξεσηκώθηκε για να την πετύχει. Για το ΚΚΚ το βασικό ήταν η κοινωνική αλλαγή στο Θιβέτ να είναι έργο των ίδιων των θιβετιανών και όχι των κινέζων Χαν. Αν η δουλοπαροικιακή αγροτιά του Θιβέτ δεν ήθελε να ξεσηκωθεί, δεν θα την ξεσήκωνε η λαϊκή εξουσία της υπόλοιπης Κίνας. Όσο η άρχουσα τάξη του Θιβέτ σεβόταν τα 17 σημεία, η κεντρική εξουσία αναγνώριζε την άρχουσα τάξη του Θιβέτ. Στην ουσία ο Μάο Τσετουνγκ δεν επέβαλε ούτε και όλα τα 17 σημεία όσο δεν εξασφάλιζε την υποστήριξή τους μέσα στο Θιβέτ. Έλεγε χαρακτηριστικά το 1952 για την ανασυγκρότηση του θιβετιανού στρατού: «Η δημιουργία μιας στρατιωτικής και διοικητικής επιτροπής και η αναδιάρθρωση του στρατού του Θιβέτ ορίζονται στη Συμφωνία των 17 σημείων. Παρόλο που η Συμφωνία πρέπει να εφαρμοστεί, η εφαρμογή της θα αναβληθεί επειδή φοβάστε. Μπορούμε να την αναβάλουμε για του χρόνου. Και μπορούμε να την αναβάλουμε και για το μεθεπόμενο χρόνο αν ακόμα φοβόσαστε».
Η φροντίδα του Μάο Τσετουνγκ να ξεκόψει από τις αυτοκρατορικές, σοβινιστικές και αποικιοκρατικές πρακτικές ήταν τόσο βαθιά που ο ΛΑΣ που στάλθηκε στο Θιβέτ φρόντισε να ζει από τη δική του εργασία για να μην επιβαρύνει καθόλου το θιβετιανό πληθυσμό. Με χρήματα της κεντρικής κυβέρνησης ο στρατός αγόρασε γη που την καλλιεργούσαν οι στρατιώτες για να ζήσουν. Στην αρχή πείνασαν. Έφτασαν να μην μπορούν να παρασκευάσουν τη λίγη τροφή τους γιατί δεν ήθελαν να κόψουν ούτε δέντρα για καυσόξυλα. Ο ΛΑΣ άνοιξε σύγχρονους δρόμους για να συνδεθεί για πρώτη φορά το Θιβέτ με την Κίνα και τον έξω κόσμο και η κεντρική κυβέρνηση χρησιμοποίησε γι αυτό το σκοπό αποκλειστικά ντόπιους εργάτες που τους πλήρωσε με ασημένιο νόμισμα που φτιάχτηκε ειδικά για το Θιβέτ. Έτσι το αιώνιο Θιβέτ μπήκε στην εγχρήματη οικονομία. Αυτή η στάση είναι το ακριβώς αντίθετο αυτού που γίνεται σήμερα όπου για όλες τις υποδομές και τις κατασκευές που χτίζουν οι Χαν στο Θιβέτ, αλλά και για όλες τις επενδύσεις τους χρησιμοποιούν όσο τους είναι δυνατό εποίκους Χαν. Η διαφορά της σημερινής πολιτικής της εθνικής αλλοίωσης των πληθυσμιακών αναλογιών στο Θιβέτ πρέπει να συγκριθεί με εκείνη της σοσιαλιστικής Κίνας όπου αποφεύχθηκε κάθε μεταφορά πληθυσμού Χαν στο Θιβέτ πέρα από ορισμένα διοικητικά στελέχη, βασικά κομμουνιστές και τεχνικούς που ποτέ τους και μεθοδευμένα δεν αποτέλεσαν πλειοψηφία στα νέα θιβετιανά κυβερνητικά όργανα. Η κεντρική κυβέρνηση και ο ΛΑΣ προσπάθησαν να αναπτύξουν όσο μπορούσαν τις παραγωγικές δυνάμεις του Θιβέτ πάντα σε συνεργασία με τους θιβετιανούς. Εκτός από τους δρόμους φέρανε και επιδιορθώνανε σύγχρονα μεταφορικά μέσα, κάνανε μικροέργα εξηλεκτρισμού και άλλες ειδικές τεχνικές εργασίες. Παραπέρα έκαναν μεγάλη δουλειά βοήθειας στον πληθυσμό σε όλα τα επίπεδα, δουλειά μόρφωσης του πληθυσμού, δουλειά υγιεινής, έφεραν τον κινηματογράφο, έστειλαν θιβετιανούς νεολαίους στη Κίνα να σπουδάσουν. Ταυτόχρονα και μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα έσπρωξαν τα πιο φωτισμένα τμήματα της θιβετιανής αριστοκρατίας να προχωρήσουν σε αγροτική μεταρρύθμιση, δηλαδή να απελευθερώσουν δούλους και δουλοπάροικους, να δώσουν τη γη τους και σε αντάλλαγμα να εξασφαλίσουν ψηλό μισθό από το κινέζικο κράτος. Ο ενθουσιασμός των θιβετιανών για κάθε τι κινέζικο ήταν μεγάλος στα 1953-1954, οπότε παντού στη Λάσα άρχισαν να σηκώνονται πορτρέτα του Μάο. Μόνο τότε το ΚΚΚ αποφάσισε να αρχίσει να κτίσει κομμουνιστικό κόμμα και στο Θιβέτ. Στα τέλη του 1954 ο ίδιος ο Δαλάι Λάμα σαν αντιπρόσωπος του Θιβέτ στην Κινέζικη Εθνοσυνέλευση αποκάλεσε την Κίνα πατρίδα του. Ήδη στην πράξη ατονούσε εντελώς η παλιά κυβέρνηση, το Κασάγκ, και μια νέα παράλληλη κυβέρνηση σχηματιζόταν στα 1955, η Προκαταρκτική Επιτροπή της Αυτόνομης Περιοχής του Θιβέτ (ΠΕΑΠΘ) που αποτελούσε στην ουσία την πολιτική εξουσία της νέας φάσης, της ένωσης δηλαδή των πιο ικανών τοπικών στελεχών με τα στελέχη του κόμματος που ήταν κυρίως Χαν.
Αυτή η κατάσταση άλλαξε στα τέλη του 1955, αρχές του 1956 όταν ξεκίνησε η αγροτική μεταρρύθμιση στις δυτικές επαρχίες της Κίνας που συνόρευαν με την Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ και που είχαν μεγάλα ποσοστά θιβετιανού πληθυσμού, δηλαδή στο ανατολικό Θιβέτ, στις περιοχές Άμντο και Κάμπτο για τους θιβετιανούς. Ήταν αδύνατο να μην ξεκινήσει ούτε σε αυτές τις κινεζικές περιοχές η μεταρρύθμιση γιατί ήδη αυτές οι περιοχές είχαν μείνει πολύ πίσω σε σχέση με την υπόλοιπη Κίνα όπου είχε προχωρήσει όχι μόνο η αναδιανομή της γης στους φτωχούς αγρότες, αλλά και η πρώτη φάση της κολλεκτιβοποίησης με τη δημιουργία των ομάδων αλληλοβοήθειας. Όταν άρχισε η μεταρρύθμιση στην περιοχή του Κάμπτο οι βασικά νομαδικές φυλές του, οι Κάμπας ξεσηκώθηκαν κατά της μεταρρύθμισης και άρχισαν να σφάζουν τις κινέζικες αποστολές που ανέλαβαν να καθοδηγήσουν τη μεταρρύθμιση. Οι Κάμπας είχαν πολλά όπλα και είχαν το κακό όνομα του ληστή σε όλο το Θιβέτ. Πίσω από την εξέγερσή τους ήταν ουσιαστικά η προσπάθεια της μοναστηριακής αριστοκρατίας του ανατολικού Θιβέτ να αποφύγει τη μεταρρύθμιση. Γιατί συνέβαινε το εξής: Αν η γη διανεμόταν στους αγρότες τότε τα μοναστήρια θα έκλειναν ελλείψει πόρων. Ο μόνος τρόπος να συντηρηθούν ήταν να δουλεύουν οι μοναχοί (που αποτελούσαν το 9%, έως το 20% σε ορισμένες περιοχές, του συνολικού αριθμού των κατοίκων του Θιβέτ). Όμως το να δουλεύουν απαγορευόταν από τη θρησκεία τους. Η μόνη λύση για να μην κλείσουν τελείως τα μοναστήρια ήταν να μειωθεί ο αριθμός των μοναχών και όσοι έμειναν να συντηρηθούν από το κράτος.
Τελικά και μετά από αρκετό καιρό και πολλές ταλαντεύσεις διαλέχτηκε αυτή η μέθοδος από την επαναστατική εξουσία από σεβασμό στη θρησκευτική συνείδηση των θιβετιανών μαζών. Αυτό έγινε όταν η μεταρρύθμιση ξεκίνησε και στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ. Όμως στις περιοχές του ανατολικού Θιβέτ τα πρώτα μεταρρυθμιστικά βήματα δεν ήταν τόσο προσεκτικά στο ζήτημα των μοναστηριών ώστε να συσπειρωθεί γύρω από τη μεταρρύθμιση η μεγάλη πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων μοναχών και των αγροτών και να απομονωθεί η φεουδαρχική ηγεσία τους των Λάμα που έβαλε θέμα θρησκευτικής καταδίωξης. Δηλαδή το οικονομικό-πολιτικό ζήτημα της αναδιανομής έγινε ζήτημα θρησκευτικό. Έτσι η προλεταριακή εξουσία χρειάστηκε να συγκρουστεί στρατιωτικά και σε μερικές περιπτώσεις πολύ σκληρά και με τον κλήρο πράγμα που ξεσήκωσε παραπέρα και μαζικοποίησε το κίνημα των Κάμπας. Χιλιάδες Κάμπας κατέφυγαν τότε στο κεντρικό Θιβέτ και προσπάθησαν να εξεγείρουν το ντόπιο πληθυσμό. Αλλά για καιρό απέτυχαν από τη μια εξαιτίας των καλών σχέσεων του θιβετιανού λαού αλλά και ενός μεγάλου τμήματος της θιβετιανής αριστοκρατίας με το νέο καθεστώς και από την άλλη εξαιτίας της κακής φήμης των Κάμπας σε όλο το Θιβέτ.

Η αντιδραστική εξέγερση του 1959 κάτω από την ηγεσία των ΗΠΑ

Ωστόσο ένα άλλο τμήμα της θιβετιανής αριστοκρατίας, το πιο θεοκρατικό αντιδραστικό που διαρκώς σαμπόταρε όλα αυτά τα χρόνια ακόμα και τις πιο δειλές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και κάθε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό στηρίχθηκε στους Κάμπας για να κινήσει μια διαδικασία σύγκρουσης του κυρίως Θιβέτ με τη Λαϊκή Κίνα. Αυτό το τμήμα κατηγόρησε το Δαλάι Λάμα για την υποχωρητική του πολιτική απέναντι στην Κίνα και ήρθε σε επαφή με τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές που ανέλαβαν αμέσως να βοηθήσουν την εξέγερση των Κάμπας και στρατιωτικά, εκπαιδεύοντας μέλη τους σε ανταρτοπόλεμο και ρίχνοντάς τους όπλα, αλλά και διπλωματικά. Από το 1957 μέχρι και το 1959 είναι κυρίως ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και συγκεκριμένα η ΣΙΑ που προσπάθησαν να υποκινήσουν και να οργανώσουν μια αντιδραστική εξέγερση στην Αυτόνομη περιοχή του Θιβέτ. Πίεσαν έντονα το Δαλάι Λάμα να αρνηθεί τη συμφωνία των 17 σημείων καθώς και την αντιαποικιοκρατική ακόμα Ινδία του Νεχρού να αναμειχθεί ενεργά σε αυτήν τη υπόθεση και να συγκρουσθεί με την Κίνα. Έκαναν διεθνές ζήτημα αυτήν την εξέγερση και προσπάθησαν να σύρουν τις ασιατικές χώρες σε μια καταδίκη της Κίνας. Στα περισσότερα από αυτά απέτυχαν.
Εκείνο που πέτυχαν ήταν να σύρουν την κληρικαλιστική κυρίως αριστοκρατία στην εξέγερση του 1959, μια εξέγερση που από την αρχή ήταν καταδικασμένη για ένα θεμελιακό λόγο. Δεν την υποστήριξε η τεράστια πλειοψηφία του θιβετιανού λαού που είχε αρχίσει να ζει για πρώτη φορά την πολιτική της ελευθερία και δοκίμαζε τους πρώτους καρπούς της δειλής αναδιανομής της γης που τόσο πολύ ποθούσε να προχωρήσει. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και κάτι που ο σοσιαλφασισμός, οι ψευτομαοϊκοί αντιδυτικοί αντι-ιμπεριαλιστές και οι χοτζικοί σοσιαλφασίστες κρύβουν επιμελώς γι αυτήν την περίοδο. Επρόκειτο για το γεγονός ότι το ΚΚ Κίνας και ο Μάο Τσετουνγκ προσωπικά έκαναν κριτική και πήραν μέτρα ενάντια στις εκδηλώσεις του σοβινισμού των Χαν στη διάρκεια της δουλειάς του κόμματος και των κυβερνητικών οργάνων στο ανατολικό Θιβέτ. Κιόλας από το 1952 ο Μάο είχε δώσει έμφαση στο ότι ήταν ο σοβινισμός των Χαν το κύριο πρόβλημα στην κομματική δουλειά στις εθνικές μειονότητες: «Δίνουμε έμφαση στο χτύπημα του σοβινισμού των Χαν. Ο σοβινισμός των τοπικών εθνοτήτων πρέπει επίσης να χτυπηθεί, αλλά γενικά δεν δίνουμε σε αυτό μεγάλη έμφαση…Στη Σοβιετική Ένωση η σχέση ανάμεσα στη ρώσικη εθνότητα και τις εθνικές μειονότητες δεν είναι καθόλου κανονική. Πρέπει να διδαχτούμε από αυτό». (5ος τόμος απάντων, Πάνω στις δέκα μεγάλες σχέσεις). Όμως μετά τα λάθη τακτικής που έγιναν στη διάρκεια της μεταρρύθμισης στο ανατολικό Θιβέτ, ήταν ακόμα πιο εμφατικός ενάντια στο σοβινισμό των Χαν. Ήταν εκείνη την εποχή, συγκεκριμένα το Φλεβάρη του 1957, που ο Μάο Τσετούνγκ μιλώντας για τη «Λύση των αντιθέσεων στους κόλπους του λαού» έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην υπόθεση του Θιβέτ λέγοντας ανάμεσα στα άλλα: «Να γιατί σε ένα απόσπασμα στις «Δέκα μεγάλες σχέσεις» αναφερόμουνα στο ότι πρέπει να χειριστούμε σωστά τις σχέσεις ανάμεσα στους Χαν και στις εθνικές μειονότητες. Βασικά αυτό σημαίνει να λύσουμε το ζήτημα του σοβινισμού των Χαν. Έχει λυθεί αυτό το ζήτημα; Ακόμα δεν έχει λυθεί καλά. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ετοιμάζεται να κάνει μια συνάντηση υψηλού επιπέδου αυτή εδώ τη χρονιά, στην ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής που θα συζητήσει ειδικά το ζήτημα του ενιαίου μετώπου και το πρόβλημα των εθνικών μειονοτήτων. Ασφαλώς πρέπει να αλλάξουμε αυτό το μεγαλοΧαν σοβινιστικό στυλ δουλειάς, τις ιδέες, τα αισθήματα, τη μονοπώληση πραγμάτων που θα έπρεπε να γίνουν από άλλους (από τις ίδιες της εθνικές μειονότητες), την έλλειψη σεβασμού προς τις μειονότητες». (Αυτό το τμήμα δεν περιλαμβάνεται στο κείμενο που δημοσιεύτηκε στον 5ο τόμο των απάντων και εμφανίστηκε στο δυτικό τύπο μετά το 1985). Αυτά δεν ήταν απλές διαπιστώσεις. Είχαν γίνει ήδη πρακτική πολιτική. Είχαν γίνει μεγάλες συζητήσεις κεντρικά στο κόμμα και στις αυτόνομες περιοχές μετά την εξέγερση των Κάμπας. Στο Θιβέτ πάρθηκαν πρακτικά μέτρα για να παρακολουθήσουν οι μεταρρυθμίσεις τις διαθέσεις των μαζών, να μην υποκατασταθούν οι μάζες από το κόμμα και κυρίως να δυναμώσει παραπέρα το πλειοψηφικό ποσοστό συμμετοχής των θιβετιανών μέσα στην ΠΕΑΠΘ με την απομάκρυνση αρκετών Χαν στελεχών και την είσοδο περισσότερων θιβετιανών ώστε το ποσοστό των δεύτερων να φτάσει στο 90%. Πόσο μεγάλη αντίθεση με αυτό που συμβαίνει σήμερα όπου όχι μόνο αυτά τα ποσοστά έχουν περίπου αντιστραφεί, αλλά όπου δεν χρησιμοποιείται καν η θιβετιανή γλώσσα μέσα στα κυβερνητικά όργανα του Θιβέτ.
Έτσι εξαιτίας της μη συμμετοχής των θιβετιανών μαζών συνετρίβη η αναιμική εξέγερση του 1959 στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ. Αυτό σήμαινε ταυτόχρονα ότι συνετρίβη πολιτικά και η ηγετική τάξη, η θιβετιανή αριστοκρατία, κυρίως η κληρικαλιστική γύρω από το Δαλάι Λάμα, (ο οποίος λίγο αργότερα έφυγε από την Κίνα), και που στην πλειοψηφία της είτε από πεποίθηση είτε από οππορτουνισμό και οπωσδήποτε σπρωγμένη από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό συμμετείχε σε αυτήν. Με την ήττα αυτής της τάξης το ΚΚ Κινας έμενε μόνο του πια χωρίς τη δέσμευση να προχωράει τις μεταρρυθμίσεις σε ειρηνική συνεννόηση με αυτήν την τάξη. Τώρα μπορούσε να προχωρήσει για να κατακτήσει για τα καλά το μεγάλο και στρατηγικό σύμμαχο τη φτωχή αγροτιά, σε μεγάλο ακόμα βαθμό δουλοπαροικιακή που πάντα ήθελε την αποφασιστική μεταρρύθμιση στη γαιοκτησία. Βεβαίως η προλεταριακή Κίνα διατήρησε στοιχειωδώς ειρηνικές σχέσεις με την αριστοκρατία που δεν αντιστάθηκε και η οποία εξαγοράστηκε και οικονομικά με έναν κρατικό μισθό ή και με μια κρατική θέση. Αυτό ίσχυσε και για τους μοναχούς. Το βασικό είναι ότι η δημοκρατική μεταρρύθμιση προχώρησε γοργά στην αναδιανομή της γης και έφτασε στην κολλεκτιβοποίηση, όμως πάντα με πιο αργά και προσεκτικά βήματα από όσο στην υπόλοιπη Κίνα. Έτσι μπήκαμε σε μια νέα φάση, εκείνη της κοινωνικής απελευθέρωσης της μεγάλης μάζας του θιβετιανού λαού. Είναι η φάση της δημιουργίας αρχικά του θιβετιανού ανεξάρτητου αγρότη και μετά του κολλεκτιβιστή αγρότη. Είναι η φάση των μαζικών πολιτικών εκστρατειών και της όξυνσης της ταξικής πάλης μέσα στο νέο Θιβέτ, η φάση της δημιουργίας ενός αρκετά μαζικού κομμουνιστικού κόμματος (από 850 μέλη το 1959 σε 5800 το 1963), αλλά και η φάση της δημιουργίας και μιας αστικής τάξης νέου ή και κλασσικού τύπου στο Θιβέτ. Σε κάθε περίπτωση είναι μετά την καταστολή της αντιδραστικής εξέγρεσης του 1959 και χάρη σε αυτήν που το Θιβέτ μπαίνει στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία συμμετέχοντας με το δικό του τρόπο στην πολύπλοκη και ιστορική επαναστατική ταξική πάλη στην Κίνα, δηλαδή στην παλινόρθωση του καπιταλισμού σε αυτήν και στην άνοδο του σοσιαλφασισμού στην εξουσία στη συνέχεια. Αυτές τις περίοδες θα πρέπει να τις ξεκαθαρίσουμε όσο είναι δυνατό για να μπορέσουμε να βρούμε τα χαρακτηριστικά αυτής της εδώ της νέας εξέγερσης που έχει σημάδια από εκείνη του 1959 αλλά βασικά είναι το αντίθετο εκείνης όποια και να είναι η ανάλυση που έχουν γι αυτή τη σχέση τα δύο στρατόπεδα που σήμερα αντιπαρατίθενται στο ζήτημα της θιβετιανής εξέγερσης. Η διαλεκτική παίζει περίεργα παιχνίδια. Αυτό που στη φόρμα του εμφανίζεται σαν συνέχεια του 1959, δηλαδή ενός κινήματος της φεουδαρχίας είναι ένα προοδευτικό αντι-ιμπεριαλιστικό και αντιφασιστικό κίνημα. Αυτοί που καταστέλλουν αυτό το κίνημα και παριστάνουν ότι δρουν σαν συνεχιστές της επαναστατικής Κίνας του 1959 είναι οι χειρότεροι αρνητές αυτής της επανάστασης και οι πιο μεγάλοι αντιδραστικοί του κόσμου. Οδηγούν στην ουσία την ανθρωπότητα πιο πίσω και από τη φεουδαρχία και πιο πίσω από τη βαρβαρότητα. Θα προσπαθήσουμε παραπέρα να αναλύσουμε αυτή τη σχέση στο επόμενο φύλο της Νέας Ανατολής.

* «The Dragon in the land of snows». Tsering Shakya. Penguin Compass
Για το άρθρο αυτό έχουμε επίσης πάρει υπόψη μας το βιβλίο του Dawa Norbu “Red Star over Tibet”, τo λήμμα Τibet της Wikipedia, τις αναφορές του Μάο Τσετουνγκ για το Θιβέτ κυρίως από τον 5ο τόμο των Απάντων και μια σειρά άρθρων από τον ξένο τύπο, ιδιαίτερα τα τελευταία φύλλα της “Monde” και των “N.Y Times”.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΣΤΟ ΘΙΒΕΤ >>