Οι ένοχες ηγεσίες των πέντε κομμάτων οργιάζουν με το σκάνδαλο Ίντρακομ-Ζήμενς

ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΙ ΕΝΟΧΟΠΟΙΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΣΧΕΤΟΥΣ

Το πραγματικό και γιγαντιαίο σκάνδαλο Ζήμενς, το μόνο τέτοιας κλίμακας που βγήκε στην επιφάνεια στην Ελλάδα κι αυτό εξ αιτίας μιας ξένης χώρας, της Γερμανίας, χρησιμοποιείται τώρα για να εξοντώσει τα πολιτικά στελέχη τα οποία δεν είναι αρεστά στο πολιτικό καθεστώς που δημιούργησε, παγίωσε και γιγάντωσε το σκάνδαλο αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Σε αυτό το σκάνδαλο που βαφτίστηκε «σκάνδαλο Ζήμενς», τον πρώτο ρόλο παίζει η Ιντρακόμ του άτρωτου από όλες τις εφημερίδες, όλα τα κανάλια και όλες τις δικαστικές έρευνες που έχουν ξεκινήσει εναντίον του από το 1992 Σωκράτη Κόκκαλη. Γιατί ήταν απαραίτητος όρος για τη Ζήμενς για να παίρνει δουλειές στον ΟΤΕ να έχει στο πλευρό της και με πλειοψηφικό ποσοστό σε όλες τις συμβάσεις την Ιντρακόμ του Κόκκαλη. Ο πρώην πράκτορας της Στάζι όμως απολαμβάνει διακομματική κάλυψη ακριβώς επειδή είναι δεμένος με τη Ρωσία, και έχει την εύνοια του καθεστώτος Πούτιν το οποίο δουλικά υπηρετούν οι Κ. Καραμανλής, Γ. Παπανδρέου, και η ηγεσία του ψευτοΚΚΕ και του ΣΥΝ. Ήδη ο κλάδος της Ιντρακόμ που ασχολείται με τις τηλεπικοινωνίες, ανήκει κατά 51% στο ρώσικο κολοσσό Sistema με προοπτική να εξαγοραστεί κατά 100% έως το 2011.

Το χτύπημα στην Μπακογιάννη

Το ανατολικό πεντακομματικό καθεστώς όμως ενώ κάλυψε απόλυτα τον Κόκκαλη και τον Σημίτη που ευθύνεται πολιτικά γι αυτή την υπόθεση, δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί στην φιλοδυτική Μπακογιάννη. Αυτήν την κατηγορούν για τη διαφυγή στο εξωτερικό ενός ύποπτου, του οικονομικού διευθυντή της Ζήμενς, Καραβέλα, επειδή το υπουργείο Εξωτερικών δεν προώθησε εγκαίρως ένα σήμα της πρεσβείας Ουρουγουάης στο υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ αν το σήμα είχε φτάσει εγκαίρως θα μπορούσε ενδεχόμενα να εμποδίσει τη φυγή του Καραβέλα. Η κατηγορία αυτή είναι αστήρικτη γιατί είναι γνωστοί οι ρυθμοί με τους οποίους κινείται η γραφειοκρατία του κάθε υπουργείου, και οι χρόνοι που απαιτούνται για να φτάσει ένα έγγραφο από το γραφείο του ενός ορόφου, στο γραφείο του επόμενου ορόφου, και οι οποίοι μεγαλώνουν όταν το έγγραφο πρόκειται να φτάσει σε ένα διαφορετικό υπουργείο. Αλλά αυτή η κατηγορία ακούγεται εντελώς γελοία όταν έχουν περάσει τρία ολόκληρα χρόνια μετά την αποκάλυψη των στοιχείων για τα λαδώματα στη Γερμανία, στη διάρκεια των οποίων κανείς, συμπεριλαμβανομένης της Μπακογιάννη που γι’ αυτό ευθύνεται πολιτικά όσο και οι υπόλοιποι υπουργοί και όλα τα κόμματα, δεν ζήτησε την επίσπευση των ερευνών, ούτε την προφυλάκιση των υπόπτων! Στο κρίσιμο αυτό διάστημα είχε διαφύγει και ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της ελληνικής Ζήμενς Χριστοφοράκος, χωρίς να χρειαστεί η ιδιαίτερη εμπλοκή κανενός ΥΠΕΞ. Ο Κ. Καραμανλής που ως συνήθως μαχαιρώνει πισώπλατα τον έναν μετά τον άλλο τους υπουργούς και τα στελέχη της ΝΔ, άφησε επίσης ακάλυπτη την Μπακογιάννη τις κρίσιμες πρώτες μέρες που παίχτηκε στα κανάλια η υπόθεση Καραβέλα, με αποτέλεσμα να βρεθεί η ίδια στο επίκεντρο του σκανδάλου Ζήμενς τη στιγμή που δεν είχε με κανέναν άλλο τρόπο εμπλακεί σε αυτή την υπόθεση. Εμάς θα μας άφηνε αδιάφορους μια πολιτική συντριβή της Μπακογιάννη σε ότι αφορά αυτήν την ίδια γιατί και αυτή όπως όλα τα περασμένα και μελλοντικά θύματα του αποκεφαλιστή και διπρόσωπου Καραμανλή χειροκροτούσε ή σιωπούσε για την εξόντωση χωρίς στοιχεία των προηγούμενων θυμάτων του Καραμανλή, όπως ο Παυλίδης, ο Ρουσόπουλος, ο Βουλγαράκης, ο Δούκας ενώ και αυτοί χειροκροτούσαν ή σιωπούσαν για τις εκκαθαρίσεις του Ζαχόπουλου χωρίς κανένα στοιχείο ή του Μαγγίνα για συνηθισμένα πταίσματα στα πλαίσια των παρανομιών και μικροκομπινών του μέσου έλληνα πολίτη.
Αν μας απασχολεί η πρόσφατη επίθεση στη Μπακογιάννη είναι γιατί αυτή είναι η απαρχή της πεντακομματικής εκστρατείας για να μην γίνει αυτή η διάδοχος του Καραμανλή, όπως μέχρι τώρα θα ήθελαν οι περισσότεροι νεοδημοκράτες, αλλά για να ανοίξει πάλι με σκάνδαλα, δηλαδή πάλι φασιστικά ο δρόμος της διαδοχής στον ρωσόδουλο φασίστα, αποστάτη της ΝΔ και προβοκάτορα Σαμαρά.

Η «παράπλευρη απώλεια» Ρουσόπουλου και το Βατοπέδι

Σε αυτή την περίπτωση το καθεστώς πέτυχε με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφού με την έμφαση που δόθηκε στην καθυστέρηση της διαβίβασης του σήματος από το ΥΠΕΞ, θεωρήθηκε ότι «βάρυνε» το κλίμα της σκανδαλολογίας γύρω από τη ΝΔ, κλίμα που ο ίδιος ο Καραμανλής συντηρεί με το να αφήνει συστηματικά ακάλυπτα τα στελέχη του που κατηγορούνται συνήθως χωρίς αποδεικτικά στοιχεία με το σύνθημα: «εμείς δεν καλύπτουμε τα στελέχη μας όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ». Έτσι έγινε επιτακτική μετά την εκλογική ήττα, που προκαταβολικά είχε αποδοθεί στα σκάνδαλα, κάποια οριστική εξόντωση στελέχους για να ελαφρύνει το «βάρος» και να μη βουλιάξει η βάρκα. Έφυγε λοιπόν ξαφνικά από τη μέση ο δυτικόφιλος Ρουσόπουλος για να «ελαφρύνει» τη ΝΔ από το «σκάνδαλο» του Βατοπεδίου, και δήλωσε ότι δεν θα είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές. Εδώ πρέπει να ανοίξουμε μία απαραίτητη παρένθεση για την υπόθεση της μονής Βατοπεδίου. Πέρασε απαρατήρητο από το σύνολο των πολιτικών κομμάτων που στρώνουν το κόκκινο χαλί στον Πούτιν σε κάθε επίσκεψη του στην Ελλάδα, ότι το αγαπημένο τους αφεντικό συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με μία πολύ «επιλήψιμη» προσωπικότητα, τον ηγούμενο Εφραίμ. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Άποψη, 13/06/2009, ο Εφραίμ συναντήθηκε πριν από λίγο καιρό με τον Πούτιν και τον Μεντβέντεφ στη Μόσχα για να συζητήσουν την εγκατάσταση 120 ρώσων μοναχών στο Άγιο Όρος με στόχο την απόκτηση του ελέγχου του ρώσικου μοναστηριού από το Πατριαρχείο Μόσχας, ενόψει της διαδοχής του υπέργηρου Ουκρανού ηγούμενου της συγκεκριμένης μονής στην οποία πλειοψηφούν οι ουκρανοί μοναχοί. Εννοείται ότι αυτό θα σημαίνει την υπονόμευση του Βαρθολομαίου. Χωρίς τη συντονισμένη διακομματική εκστρατεία για το Βατοπέδι, ασφαλώς δεν θα είχε βρεθεί ποτέ ο Εφραίμ στο σαλόνι του Πούτιν. Ο Εφραίμ όπως είχαμε γράψει στη Νέα Ανατολή βρέθηκε να είναι στόχος σκανδαλολογίας ακριβώς γιατί αντιστεκόταν στον Πούτιν ο οποίος είχε καταγγείλει τη Μονή Βατοπεδίου, δηλαδή τον Εφραίμ που ήταν άνθρωπος του Βαρθολομαίου και ουσιαστικός ηγέτης όλου του Άγιου Όρους, ότι αρνιόταν να παραχωρήσει στη Ρωσία τη σκήτη του Αγίου Ανδρέα που ανήκει στη Μονή.
Κι ενώ στο Βατοπέδι το καθεστώς δούλεψε συντονισμένα για να δημιουργήσει το θόρυβο για λογαριασμό του Πούτιν και μάλιστα χωρίς ουσιαστικές αποδείξεις ενοχής των μοναχών, στην υπόθεση Ιντρακόμ – Ζήμενς και στη συναφή της υπόθεση Cosmote – Γερμανός που ισοδυναμούν με πολλά Βατοπέδια ότι και αν είναι αυτά, δουλεύει επίσης συντονισμένα για να πνίξει οποιονδήποτε θόρυβο, εκτός από αυτόν που μπορεί να κατευθύνει σε επιλεκτικούς και μάλιστα άσχετους στόχους όπως είναι η Μπακογιάννη.

Το προεκλογικό κλείσιμο της Βουλής κουκούλωσε τα σκάνδαλα «Ιντρακόμ – Ζήμενς» και «Cosmote – Γερμανός»

Λίγες μέρες πριν σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος είχε πνίξει από κοινοβουλευτική άποψη αυτά τα τρανταχτά σκάνδαλα και είχε ανάγει σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα τη δευτερεύουσα υπόθεση των άγονων γραμμών όπου εδώ ο θύτης Μανούσης μετατράπηκε σε θύμα σκανδάλου. Αυτό το πνίξιμο διευκόλυνε στη συνέχεια ο Κ. Καραμανλής που έστειλε για υπογραφή στον Παπούλια λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Παρασκευής της 8 Μάη ένα προεδρικό διάταγμα για διάλυση της Βουλής λόγω ευρωεκλογών, κι ενώ είχε οριστεί ημερήσια διάταξη για την εβδομάδα που ακολουθούσε! Αυτό σήμαινε πρακτικά ότι παραγράφεται ποινικά οποιαδήποτε ευθύνη θα μπορούσε να αποδοθεί σε πολιτικό πρόσωπο για την υπόθεση της Ζήμενς, αλλά και ότι κλείνει η πόρτα της Βουλής για το πόρισμα του ανακριτή στην υπόθεση της εξαγοράς του Γερμανού από την Cosmote, ένα άλλο μεγάλο και πραγματικό σκάνδαλο που αφορά τη διάθεση χρημάτων του δημοσίου για την επιζήμια εξαγορά της αλυσίδας «Γερμανός» με τριπλάσιο τίμημα. Αυτή η εξαγορά-ληστεία είχε στόχο τη σκανδαλώδη στήριξη ενός ανατολικού ολιγάρχη με τον οποίο διατηρεί ιδιαίτερους δεσμούς το ψευτοΚΚΕ. Είναι χαρακτηριστικό πως παρά τις ατελείωτες καταγγελίες του για «προβοκάτσια» το ψευτοΚΚΕ δεν έχει κάνει ούτε μία μήνυση, ούτε μία αγωγή στον Πάγκαλο που καταγγέλλει διαρκώς ότι το κόμμα αυτό έχει μετοχές στην επιχείρηση του Γερμανού. Μάλιστα, ο ίδιος έχει δηλώσει ανοιχτά ότι αν το ψευτοΚΚΕ δικαιωθεί στο δικαστήριο ο ίδιος θα αποσυρθεί από την πολιτική. Στον απόηχο των καταγγελιών του Πάγκαλου, πετάει κατά καιρούς μία κουβεντούλα ο Καρατζαφέρης υπέρ της θέσης Πάγκαλου μόνο και μόνο για να τον προβοκάρει, δηλαδή γα να προσφέρει το δημοκρατικό άλλοθι στο ψευτοΚΚΕ που ισχυρίζεται ότι βάλλεται από ακροδεξιούς κύκλους. Το ότι αυτή η σύγκρουση είναι στημένη φαίνεται στο εξής: Σχολιάστηκε ελάχιστα από όλους συμπεριλαμβανομένου του ψευτοΚΚΕ ότι σε αυτές τις εκλογές ο Καρατζαφέρης έστειλε στην Ευρωβουλή το πρώην στέλεχος του ΔΣ της Ιντρακόμ, Φερονίκη (Νίκη) Τζαβέλλα στο πλάι του Θ. Πλεύρη, του συνηγόρου και γιου του ναζιστή Κ. Πλεύρη.
Σύμφωνα με τα Νέα, 11/5/2009, την ίδια περίοδο που έκλεισε η Βουλή ήταν έντονες οι φήμες ότι ο ανακριτής Ζαβιτσάνος θα διαβίβαζε τη δικογραφία του Γερμανού στη Βουλή, ενώ στα πολιτικά πρόσωπα που εμπλέκονταν συμπεριλαμβανόταν και ο Αλογοσκούφης.
Το απίστευτο πραξικόπημα του Κ. Καραμανλή ένα μήνα πριν τις εκλογές, έγινε δεκτό με άχρωμες διαμαρτυρίες από τα υπόλοιπα κόμματα που το ξέχασαν κιόλας τη μεθεπόμενη μέρα. Λίγο πριν το κλείσιμο της Βουλής είχε παραιτηθεί από βουλευτής του ΠΑΣΟΚ ο βασικός άνθρωπος που είχε καταγγείλει το σκάνδαλο Γερμανού και είχε κινήσει τη δικαστική έρευνα, ο Βερελής, για μία υποτιθέμενη εμπλοκή του σε ένα πιθανό σκάνδαλο αγοράς τρόλεϊ από τη γερμανική εταιρεία MAN. Η παραίτηση αυτή έγινε προφανώς με πίεση και παρότρυνση του Γ. Παπανδρέου αφού δεν είχε ακουστεί τίποτα για το συγκεκριμένο σκάνδαλο προηγούμενα.

Η οικουμενική ανάμειξη στο τεράστιο σκάνδαλο Ιντρακόμ – Ζήμενς

Αυτό που ακούγεται πολύ στην υπόθεση της Ζήμενς είναι η προμήθεια του συστήματος ασφαλείας C4i (προφέρεται Σι Φορ Αι) για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και μία μυστηριώδη «σύμβαση 8002» που αφορά τον ΟΤΕ και για την οποία καλούνται τώρα να απολογηθούν οι Καραβέλας, Χριστοφοράκος, Γεωργίου (από τη Ζήμενς), Σκαρπέλης (πρώην μέλος ΔΣ του ΟΤΕ) κλπ Χρειάζεται να διαβάσει κανείς πολύ προσεκτικά όλα τα δημοσιεύματα για να αντιληφθεί ότι ο κωδικός 8002 αναφέρεται στην προγραμματική σύμβαση του ΟΤΕ με Ιντρακόμ – Ζήμενς που υπογράφηκε το 1997 για την προμήθεια ψηφιακών παροχών με συμβατικό αντικείμενο για την Ιντρακόμ 222,7 δις δρχ. (με 58,4% του έργου) και 158,3 δις για τη Ζήμενς με (41,6% του έργου), και το οποίο μαζί με τις επεκτάσεις της σύμβασης που έγιναν από τότε και μέχρι το 2002 έφτασε στα 565 δις δρχ. (περίπου 1,5 δις Ευρώ), όταν το C4i όπου είναι μόνη της η Ζήμενς και αναφέρεται με …ονοματεπώνυμο, είχε συμβατικό αντικείμενο 255 εκ ευρώ. Δηλαδή το σκάνδαλο Ιντρακόμ-Ζήμενς είναι το μόνο που αντί να αναφέρεται με το όνομά του αναφέρεται με το όνομα «8002» δηλαδή με έναν αριθμό! Αυτό για να πνιγεί η λέξη κλειδί, η λέξη Ιντρακόμ και να μείνει μόνο η δευτερεύουσα στο σκάνδαλο λέξη Ζήμενς.
Εδώ πρέπει να τονιστεί πως η συμμετοχή της Ιντρακόμ στις αναθέσεις των ψηφιακών παροχών και μάλιστα με πλειοψηφικό ποσοστό ήταν απαραίτητος όρος για να συμμετέχει σε αυτές και η Ζήμενς, που λειτουργούσε σα βιτρίνα για να προστατέψει την άγνωστη έως τότε, χωρίς παρουσία και εμπειρία στις τηλεπικοινωνίες Ιντρακόμ από τις επιθέσεις των ανταγωνιστών της μέσα κι έξω από την Ελλάδα. Η μοιραία αλληλεξάρτηση αυτού του δίδυμου σημαίνει ότι η μίζα της Ζήμενς αφορούσε και την Ιντρακόμ, ενώ δεν νοείται να δίνει μίζα η Ζήμενς που σαν επιχείρηση είχε πολύ καλύτερες προδιαγραφές από την παρωχημένη ανατολικογερμανική τεχνολογία του Κόκκαλη, και να μην έχει δώσει μίζα η Ιντρακόμ. Και δεν νοείται οποιαδήποτε ζημία από τις συμβάσεις να έχει προκληθεί στον ΟΤΕ από τη Ζήμενς, αν δεν έχει προκληθεί μία τουλάχιστον αντίστοιχη από την Ιντρακόμ. Ενδεικτικά, από τα μέχρι τώρα στοιχεία προκύπτει ότι μόνο σε ότι αφορά τη Siemens και μόνο από τα σύμβαση του 1997 ο ΟΤΕ έχει ζημιωθεί 57.404.918,79 ευρώ (Νέα, 21/4/2009). Διαβάζουμε στην Καθημερινή, 27/9/2008: «Oι πρώτοι υπάλληλοι του ΟΤΕ ήταν στην ουσία υπάλληλοι της Eλληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας που είχε ιδρύσει το 1930 η Siemens στην Ελλάδα. Η εταιρεία μεταβιβάστηκε στο ελληνικό Δημόσιο το 1949, δημιουργώντας τον νέο μονοπωλιακό τηλεπικοινωνιακό οργανισμό της χώρας. Μόνον το 1973, όπως αναφέρει η ίδια η εταιρεία, η Siemens Tηλεβιομηχανική κατασκεύασε 1 εκατομμύριο επιτραπέζιες συσκευές τηλεφώνου. Το μονοπώλιο της γερμανικής εταιρείας στον ΟΤΕ διεμβολίστηκε μόνον στη δεκαετία του ’80 από την Intracom. Η Siemens στη δεκαετία του ’90 κατάφερε και διεκδίκησε το 30% του προγράμματος - μαμούθ εκσυγχρονισμού του ΟΤΕ αξίας περίπου 3 δισ. ευρώ, ενώ άλλο ένα 50% ανέλαβε η Intracom. Το υπόλοιπο 20% ανέλαβαν άλλες ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις». Και σε άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας της 21/11/2006:
«Στον ΟΤΕ απέκτησε shop in shop, δηλαδή γραφείο στο παλαιό κτίριο της διοίκησης, μέχρι που «εισέβαλε» ο κ. Σωκράτης Κόκκαλης, έσπασε τις τιμές με τα ανατολικογερμανικά αναλογικά κέντρα και η Siemens στα μέσα της δεκαετίας του 1980 αναγκάστηκε να «συνθηκολογήσει». Αναγνώρισε ότι ο κ. Σ. Κόκκαλης, τότε, είχε τη δυνατότητα πολιτικής επιρροής και έπειτα από μια περίοδο συρράξεων, οι δυο τους έβαλαν για τα καλά «πόδι» στον ΟΤΕ, μοιράζονται την επικράτεια σε περιοχές ή του EWSD ή του AXE-10 της Ericsson, που η Intracom εκπροσωπούσε μέχρι το 2000. Οι δύο εταιρείες εμφανίστηκαν σχεδόν επί μία 15ετία να έχουν εναρμονισμένη πρακτική. Είτε στις τιμές τους, είτε στις απαιτήσεις τους για νέες συμβάσεις, είτε στη μοιρασιά του 1998 των προγραμματικών απευθείας αναθέσεων. Εναρμονισμένη ήταν και η πρακτική τους όταν οι υποθέσεις των ψηφιακών παροχών έφτασαν στη Δικαιοσύνη. Στα επιχειρήματά τους «η μία έκοβε και άλλη έραβε», καθώς κοινός στόχος ήταν να αποτραπεί η είσοδος τρίτου στον ΟΤΕ».

Για την ακρίβεια αν η ελληνική δικαιοσύνη είχε κάνει τη δουλειά της και δεν είχε μπλοκαριστεί από το καθεστώς με αλλεπάλληλα πραξικοπήματα για τη διερεύνηση του σκανδάλου που λέγεται Ιντρακόμ, η υπόθεση Ζήμενς θα είχε φτάσει από την Ελλάδα στη Γερμανία από τα μέσα του 1990 και όχι το αντίστροφο δεκαπέντε χρόνια μετά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας από τους κατηγορούμενος σήμερα με βάση τα στοιχεία της Γερμανίας, ο Ηλίας Γεωργίου, διευθυντικό στέλεχος της ελληνικής Ζήμενς, ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον Κόκκαλη για την παράνομη ανάθεση ψηφιακών παροχών από τον ΟΤΕ και απαλλάχτηκε από την ελληνική δικαιοσύνη! Σε μία σύντομη αναδρομή στις δικαστικές διώξεις της Καθημερινής, 13/7/2008, αναφέρονται τα εξής: «Οι ψηφιακές συνδέσεις βρέθηκαν τον Ιανουάριο του 1992 στο στόχαστρο του τότε 7ου τακτικού ανακριτή, Νεκτάριου Βαζαίου, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη εναντίον τεσσάρων στελεχών της διοίκησης του ΟΤΕ (Τάσος Μαντέλης, πρόεδρος του ΟΤΕ για την τριετία 1985 -88, Τόμπρας, Τάσος Μήνης, Κιουλάφας). Βέβαια αυτοί οι τέσσερις μαζί με τον κ. Κόκκαλη και τον εκπρόσωπο της Siemens Μπέρντχαρντ Ντόμπεκ απαλλάχθηκαν με το βούλευμα 597 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στις 10 Οκτωβρίου 1993...
Μετά το 1993 και το πρώτο απαλλακτικό βούλευμα, χρειάστηκε να διερευνηθεί αρκετές φορές ακόμη ο τρόπος ανάθεσής τους. Στις 27 Ιουνίου 1995 ύστερα από μήνυση που κατέθεσε τότε ο πρώην υπουργός Ανδρέας Ανδριανόπουλος, ο τότε εισαγγελέας Εφετών Γιώργος Ζορμπάς έκρινε παράνομη την προμήθεια των ψηφιακών. Πριν τελειώσει ο Ιούνιος, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Χριστόφορος Τζανακάκης αφαίρεσε από τον Ζορμπά την υπόθεση και ζήτησε από τον συνάδελφό του Λ. Καράμπελα να κάνει νέα έρευνα. Εκείνος παρέπεμψε την υπόθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο το οποίο έκρινε τον διαγωνισμό άκυρο. Με βάση και το πόρισμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο Καράμπελας άσκησε τότε ποινική δίωξη κατά παντός υπευθύνου για τρία κακουργήματα και τρία πλημμελήματα. Μεταξύ των κατηγορουμένων ήταν ο Κόκκαλης της Intracom και ο Ηλίας Γεωργίου της Siemens. Στις 10 Δεκεμβρίου 1997 (δηλαδή την ίδια περίοδο που υπογράφονταν οι προγραμματικές συμφωνίες του ΟΤΕ) ο Καράμπελας προτείνει να απαλλαγούν όλοι οι κατηγορούμενοι. Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 27 Μαρτίου του 1998 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το βούλευμα 685, απλώς επικύρωσε την πρόταση του κ. Καράμπελα, ο οποίος είχε κρίνει ότι όχι μόνον δεν ζημιώθηκε, αλλ’ αντίθετα, ωφελήθηκε το Δημόσιο από τη σύμβαση του ΟΤΕ με τις εταιρείες Siemens και Intracom».


Στο μεταξύ σήμερα ο Ζορμπάς καταγγέλλει ότι η ανεξάρτητη αρχή για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος της οποίας ήταν προϊστάμενος καταργήθηκε με απόφαση Καραμανλή επειδή είχε ξεκινήσει έρευνα για τα μαύρα ταμεία της Siemens (Νέα, 2/6/2009). Να σημειωθεί εδώ ότι εκτός από τη Siemens ο Ζορμπάς ερευνούσε και το σκάνδαλο της προμήθειας των ρώσικων TOR M-1 όπου ομόφωνα, από όλα τα κόμματα, κρίθηκε ότι δεν υπάρχει καμία πολιτική ευθύνη (δηλαδή ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο…).
Κι όμως μετά από όλα αυτά η λέξη Ιντρακόμ έχει διαγραφεί ή αγνοείται από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, από όλες τις τοποθετήσεις στη Βουλή και από όλα τα κανάλια.
Ο ανακριτής Ζαγοριάνος ερευνά σήμερα μόνο την τελευταία προγραμματική σύμβαση του 1997 χωρίς να ανατρέξει πίσω στο 1990 από τότε που εδραιώθηκε η αμαρτωλή σχέση Ιντρακόμ – Ζήμενς με τον ΟΤΕ αφού δεν έχει τέτοια εντολή από τον εισαγγελέα Αθανασίου που άσκησε την ποινική δίωξη.
Είναι όμως χρήσιμο να αναφερθούμε σε αυτό το παρελθόν γιατί η σύμβαση του 1997 δεν θα υπήρχε αν δεν είχε πατήσει πάνω στις συμβάσεις του 1990 που έγιναν με διακομματική απόφαση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ- ψευτοΚΚΕ.
Διαβάζουμε στην Καθημερινή, 13/7/2008:
«Οι πρώτες αναθέσεις Siemens - Intracom έγιναν το 1988. Το 1989 έγινε η πρώτη σημαντική απευθείας ανάθεση 470.000 ψηφιακών παροχών αξίας 32,5 δισεκατομμυρίων δραχμών που εξαρτούσε τον ΟΤΕ από τις τεχνολογίες Ζήμενς και Έρικσον με αντιπρόσωπο στην Ελλάδα την Ιντρακόμ.
Το 1989, λίγο πριν από την εκλογική νίκη της Ν.Δ., ο εισαγγελέας ματαίωσε τη σύμβαση που είχε υπογράψει ο ΟΤΕ με τη γερμανική Siemens και την Intracom του κ. Σωκράτη Κόκκαλη. Μετά τις εκλογές, στις 20 Δεκεμβρίου 1989 και στις 31 Ιανουαρίου 1990 υπογράφονται συμβάσεις με τις δύο εταιρείες (Intracom και Siemens) συνολικού ύψους 31,5 δισεκατομμυρίων δραχμών.
Η δεύτερη σύμβαση οδήγησε τον τότε υπουργό Μεταφορών Γ. Κεφαλογιάννη στα πρόθυρα της παραίτησης. Όπως περιγράφει στην «Κ» ο κ. Κεφαλογιάννης, πριν από την επικύρωση της σύμβασης, διαπίστωσε ότι «δεν επρόκειτο για την καλύτερη τεχνολογία αλλά και η τιμή ήταν διπλάσια απ’ ό,τι στην διεθνή αγορά». Λέει μάλιστα ότι εισηγήθηκε να πραγματοποιηθεί διαγωνισμός, τον οποίο, κατόπιν απόφασης του υπουργικού Συμβουλίου, ανέλαβε να υλοποιήσει μια τριμελής επιτροπή αποτελούμενη από τον κ. Κεφαλογιάννη, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας κ. Γιώργο Γεννηματά και τον υπουργό Προεδρίας κ. Νίκο Θέμελη. Στη συνέχεια, όπως λέει ο κ. Κεφαλογιάννης, αντί να γίνει ο διαγωνισμός, «οι τρεις αρχηγοί (Κώστας Μητσοτάκης, Ανδρέας Παπανδρέου, Χαρίλαος Φλωράκης) περιφρόνησαν την Επιτροπή, δηλαδή το θεσμικό όργανο που κατά το Σύνταγμα είχε την αρμοδιότητα διαχείρισης αυτής της υπόθεσης»...
Η σύμβαση του 1990 για τις ψηφιακές συνδέσεις είχε φέρει σε δύσκολη θέση και το ΚΚΕ, καθώς μεταξύ των τριών πολιτικών αρχηγών βρισκόταν ο Φλωράκης, «ιερή» μορφή για την ιστορία του ψευτοΚΚΕ. Μάλιστα το 1996, όταν αμφισβητήθηκε για πρώτη φορά η πρόσδεση του ΟΤΕ στο άρμα της Siemens, το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ εξέδωσε και σχετική ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία η Οικουμενική ήταν αναγκασμένη να επεκτείνει την υφιστάμενη σύμβαση «προκειμένου να αντιμετωπιστούν επείγοντα αναπτυξιακά προβλήματα του τότε δημόσιου ΟΤΕ».

Αλλά και η περίφημη σύμβαση 8002 του 1997 που ερευνάται τώρα έντεχνα ακρωτηριασμένη, δηλαδή μόνο σε ότι αφορά τη Ζήμενς είχε υπογραφεί με πρωτοβουλία Σημίτη ο οποίος παράκαμψε τον τότε υπουργό του Καστανίδη (στο ίδιο):
«Η Ελλάδα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε λάβει προθεσμία να αναθέτει προγραμματικές συμφωνίες έως και τις 31 Δεκεμβρίου 1997. Από την πρώτη ημέρα του 1998 γίνονταν υποχρεωτικοί οι διεθνείς διαγωνισμοί. Υπουργός Μεταφορών ήδη από τον Ιανουάριο του 1996 ήταν ο κ. Χάρης Καστανίδης, και πρωθυπουργός ο Κ. Σημίτης. Ο Καστανίδης πρότεινε την ίδρυση ανεξάρτητης αρχής με έργο την αξιολόγηση των έργων, το «Συμβούλιο Ελέγχου Προμηθειών και Εργων του Δημοσίου» που μπήκε στο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1996. Μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές, τον Απρίλη του 1997 και ενώ ο εισηγητής της ιδέας Καστανίδης βρισκόταν εκτός Ελλάδος, έγινε έκτακτη σύγκλιση του υπουργικού Συμβουλίου, όπου αποφασίστηκε ότι οι υπάρχουσες δικλείδες διαφάνειας του Δημοσίου για τις αναθέσεις είναι αρκετές και η «ανεξάρτητη αρχή» έμεινε στα χαρτιά.
Τον Αύγουστο του 1997 ο Καστανίδης παραιτήθηκε, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό ότι «ορισμένοι εκλαμβάνουν την παρουσία μου στο υπουργείο Μεταφορών ως εμπόδιο στην ελεύθερη άσκηση των παιγνίων τους». Ο Καστανίδης ήταν ο έκτος υπουργός Μεταφορών που έφευγε υπό ανώμαλες συνθήκες, σε ένα χρονικό διάστημα μόλις τεσσάρων ετών.
Τη θέση του Καστανίδη ανέλαβε ο Τάσος Μαντέλης, ο οποίος υπέγραψε τον Δεκέμβρη του 1997, λίγο πριν εκπνεύσει η διορία της Ε.Ε., την ανάθεση έργων ύψους 222,7 δισεκατομμυρίων δραχμών στην Intracom και 150 δισ. στη Siemens. Ο Μαντέλης ήταν ο πρώτος υπουργός Μεταφορών μετά από πολλά χρόνια, ο οποίος κατόρθωνε να μείνει στη θέση του μέχρι και τη λήξη της κυβερνητικής θητείας του τον Απρίλη του 2000. Μέχρι και το 2002, τελευταίο έτος υλοποίησης των προγραμματικών συμφωνιών, με τις επεκτάσεις που έγιναν τα ενδιάμεση έτη, το συνολικό κόστος τους είχε αγγίξει τα 565 δισ. δραχμές. Πρόσφατα ο Μαντέλης δήλωσε ότι ο ίδιος δεν φέρει καμιά ευθύνη για την υπογραφή των προγραμματικών συμφωνιών. Υπεύθυνοι, λέει, είναι οι υπηρεσιακοί παράγοντες του ΟΤΕ, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο, τη διαπραγμάτευση της σύμβασης καθώς επίσης και την επιλογή του προμηθευτή. Ο ίδιος, αναφέρει ο Μαντέλης απλά υπέγραψε μια σύμβαση την οποία του είχαν εισηγηθεί».

Στο μεταξύ οι «ουρές» της σύμβασης Ιντρακόμ – Ζήμενς του 1997 φθάνουν μέχρι σήμερα αφού έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά παντός υπευθύνου για υπερτιμολογήσεις σε συμβάσεις συντήρησης ομοίως με Ιντρακόμ – Ζήμενς που υπογράφηκαν το 2005, μία δίωξη που ασφαλώς μένει στην αφάνεια, και που ασφαλώς δεν έχει συσχετιστεί με την κεντρική δικογραφία. Οι συμβάσεις εντάσσονται στο ευρύτερο πρόγραμμα τεχνικής υποστήριξης του ΟΤΕ, το οποίο για την περίοδο 2003-2007 στοίχισε συνολικά στον Οργανισμό περίπου 120 εκατ. Ευρώ, δηλ. για ποσό σχεδόν διπλάσιο από τα περίπου 66 εκατ. ευρώ που είχε προϋπολογίσει για το συγκεκριμένο έργο η αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Δικτύου και Συντήρησης (ΔΔΔΣ) του ΟΤΕ! Συστηματικά έχει ασχοληθεί με αυτό το σκάνδαλο η δημοσιογράφος Αριστέα Μπουγάτσου, που για χρόνια με συνέπεια και πείσμα καταγγέλλει τα σκάνδαλα Κόκκαλη και τη σχέση του με τη Στάζι.

Ο πακτωλός χρημάτων που διαθέτει η χώρα για να συντηρηθεί η ανατολική κρατικοδίαιτη ολιγαρχία και να προσδεθεί έτσι η χώρα στο άρμα του Πούτιν, είναι ανυπολόγιστος. Πρόκειται για μία διαρκή οικονομική αιμορραγία που δεν έχει καμία απολύτως σύγκριση σε έκταση και σε μέγεθος με τον περίφημο σοσιαλφασιστικό μύθο για το θησαυρό των καπιταλιστών που κρύβεται στα σεντούκια και με τον οποίο υποτίθεται ότι θα βγει από τη δυστυχία του αυτός ο πολύπαθος λαός. Αυτοί της ψευτοαριστεράς είναι οι πιο ασύλληπτοι και αδίστακτοι ψεύτες, συνένοχοι στο έγκλημα με το ΠΑΣΟΚ των Παπανδρέου-Λαλιώτη-Βενιζέλου και την καραμανλική φράξια της ΝΔ. Αφήνουν στο σκοτάδι όλα τα στοιχεία που το αποδεικνύουν, επιδίδονται σε ένα όργιο αλληλο-συγκάλυψης, δεν ζητούν καθόλου τη διερεύνηση της υπόθεσης του χρηματισμού των πολιτικών κομμάτων που δεν αφορά μόνο τα δύο μεγάλα κόμματα, και εξοντώνουν επιλεκτικά τους πιο άσχετους με την υπόθεση πολιτικούς, αυτούς που προβάλλουν έστω και ελάχιστες αντιστάσεις στην επέλαση του Πούτιν. Είναι χαρακτηριστικό πως έχουν καταφέρει να αποσυνδέσουν τον Τσουκάτο, που ήταν δεξί χέρι τότε του Σημίτη αν και όχι ρωσόφιλος, από τον Κόκκαλη την ώρα που ο τύπος οργίαζε πριν 10 χρόνια για το ότι ο πρώτος ήταν ένας από τους πιο τακτικούς ομοτράπεζους και «ομο-κότερος» του Κόκκαλη.
Πρέπει οι δημοκράτες να τους ξεσκεπάσουν και αυτούς και τα ψέματα τους, να απαιτήσουν να τιμωρηθούν όλοι όσοι εμπλέκονται σε αυτό το όργιο της μίζας και της διαφθοράς και να αποζημιωθεί πλήρως το δημόσιο. Βεβαίως η τιμωρία των πολιτικών υπεύθυνων είναι σχεδόν αδύνατη από την ώρα που ο Καραμανλής καταψήφισε την εξεταστική για το σκάνδαλο Ιντρακόμ-Ζήμενς, την ώρα που την ήθελε τόσο πολύ για έναν Παυλίδη εναντίον του οποίου δεν υπήρχε κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Κανέναν δεν εξοντώνει ο Καραμανλής που δεν θέλει να εξοντώσει ο Γ. Παπανδρέου, το ψευτοΚΚΕ, ο ΣΥΝ και το ΛΑΟΣ. Οι εκκαθαρίσεις γίνονται πάντοτε από τον φασισμό σε βάρος των προεπιλεγμένων συνειδητών ή ασυνείδητων εχθρών του ή καλύτερα γίνονται από τους πολύ διεφθαρμένους ενάντια στους λιγότερο διεφθαρμένους ή και στους αθώους.