ΚΑΤΩ ΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΤΩΝ 7 ΚΟΜΜΑΤΩΝ!

Ασύλληπτο το σαμποτάζ τους στη βιομηχανία με τις ψηλές τιμές της ενέργειας!

Το σαμποτάρισμα της οικονομίας, ιδιαίτερα της βιομηχανικής παραγωγής καθώς επίσης και η ενεργειακή εξάρτηση από το ρώσικο φυσικό αέριο είναι τα βασικά εργαλεία με τα οποία το διακομματικό καθεστώς σε επίπεδο κορυφής οδηγεί τη χώρα στην αγκαλιά του ρωσοκινέζικου άξονα. Το καθεστώς όχι μόνο σαμποτάρει την ανάπτυξη των ντόπιων πηγών ενέργειας όπως είναι ο λιγνίτης στην παραγωγή ηλεκτρισμού, αλλά φροντίζει με κάθε τρόπο να χτυπήσει όση βιομηχανία, ιδιαίτερα βαριά, έχει απομείνει από την καταστροφική του πολιτική.

Είναι γνωστό ότι βάσει διεθνών συμφωνιών κάθε χώρα έχει το δικαίωμα να εκπέμπει ένα ορισμένο ποσό αερίων του θερμοκηπίου* κυρίως διοξείδιο του άνθρακα CO2 . Με το σημερινό σύστημα ελέγχου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, κάθε ενεργοβόρα βιομηχανία, μεταξύ των οποίων και οι ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες, δικαιούται ένα σημαντικό αριθμό δικαιωμάτων ρύπων**. Όταν τον ξεπεράσει, μπορεί να πληρώσει για να αγοράσει τα δικαιώματα που της λείπουν από τα χρηματιστήρια ρύπων που λειτουργούν διεθνώς. Εκεί βγαίνουν προς πώληση περισσευούμενα δικαιώματα ή δικαιώματα που αποκτούν άλλες εταιρείες λόγω της οικολογικής δραστηριότητάς τους (όπως για παράδειγμα λόγω της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές). Στην Ελλάδα όλες οι ενεργοβόρες βιομηχανίες σχεδόν καλύπτονται από τα δωρεάν δικαιώματα που τους έχουν κατανεμηθεί. Μάλιστα με την κρίση, πολλές βιομηχανίες έχουν περισσευούμενα δικαιώματα αφού έχουν ελαττώσει την παραγωγή τους και πολλές άλλες έχουν κλείσει. Η μόνη επιχείρηση που αγοράζει δικαιώματα ρύπων είναι η ΔΕΗ λόγω ορισμένων παλιών λιγνιτικών μονάδων που διαθέτει. Τα δικαιώματα αυτά δεν υπερβαίνουν τα 5 εκατ. ευρώ.

Όμως από 1-1-2013 τα πράγματα αλλάξανε δραστικά. Τότε μπηήκε σε εφαρμογή σε όλη την Ευρώπη ένας νέος μηχανισμός εμπορίας ρύπων (ETS). Με βάση το νέο καθεστώς, καταργείται η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων αερίων ρύπων CO2 στην ηλεκτροπαραγωγή και συνεπώς οι ηλεκτρικές εταιρείες όπως η ΔΕΗ θα πρέπει να πληρώνουν στο εθνικό πράσινο ταμείο και στα διεθνή χρηματιστήρια για όλα τα δικαιώματα που αντιστοιχούν στην παραγωγή τους. Υπολογίζεται ότι με βάση τις σημερινές χρηματιστηριακές τιμές, οι οποίες αναμένεται να αυξηθούν, η ΔΕΗ θα επιβαρυνθεί με περίπου 500 εκατ. ευρώ το χρόνο. Είναι προφανές ότι αυτό το επιπλέον κόστος θα το περάσει η ΔΕΗ στους καταναλωτές. Ακόμη και αν στα οικιακά τιμολόγια η ΔΕΗ δεν επιβάλλει αυξήσεις είναι υποχρεωμένη να το κάνει στα τιμολόγια της υψηλής και της μέσης τάσης, δηλαδή στα τιμολόγια της βιομηχανίας.

Ωστόσο, όπως σημειώνουν κύκλοι της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας, περαιτέρω αύξηση του ενεργειακού κόστους σε μια ήδη χειμαζόμενη βιομηχανία θεωρείται βέβαιον ότι θα επιφέρει καθοριστικό πλήγμα στην ανταγωνιστικότητά της. Ελάχιστες βιομηχανίες θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν λέγεται χαρακτηριστικά. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι η χώρα μας όχι μόνον υπήρξε πάντα πρόθυμη να υιοθετήσει τις νέες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, αλλά επιπλέον δεν έχει κάνει καμία προετοιμασία ή προεργασία, ώστε να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες προστασίας από τις επιπτώσεις του μηχανισμού ή ακόμη και για να λάβει μια εξαίρεση όπως συνέβη με την περίπτωση αρκετών άλλων χωρών (http://www.energypress.gr/news/Rypoi:-Epibarynsh-500-ekat.-to-hrono-sthn-hlektrikh-agora).

Όπως είναι γνωστό ο μηχανισμός ελέγχου των ρύπων (ΕΤS) ισχύει μόνο για τις ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε αυτή η διαδικασία οι χώρες που μπήκαν τελευταίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Βουλγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Κύπρος κ.λπ. ) υπέβαλλαν σχετικό αίτημα και κατάφεραν να εξαιρεθούν από τις υποχρεώσεις του μηχανισμού μέχρι το 2020. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να κάνει και η χώρα μας, ειδικά λόγω της πρωτοφανούς κρισης που αντιμετωπίζει, εάν το ζητούσε, πράγμα που δεν έκανε καθώς, όπως σχολιάζουν παράγοντες της βιομηχανίας, η πολιτική επιλογή των προηγούμενων κυβερνήσεων ήταν η υποστήριξη της πράσινης ανάπτυξης, χωρίς όμως να έχουμε τα εφόδια (στο ίδιο).

Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι παράλειψη αλλά μια ακόμα συγκεκριμένη μέθοδος βιομηχανικού σαμποτάζ ακόμα και πάνω στην κρίση. Επίσης είναι και μια μέθοδος για να βαθύνει η εξάρτησή της χώρας από το ρώσικο φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο έχει πολύ λίγους ρύπους του θερμοκηπίου και βέβαια οι ρωσόδουλοι εξαρτούν τη χώρα αποκλειστικά από το ρώσικο αέριο καταργώντας εναλλακτικούς παρόχους αερίου όπως είναι το αλγερινό φυσικό αέριο.

Επίσης οι διακομματικοί σαμποταριστές δεν φρόντισαν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες για την άμβλυνση των καταστροφικών επιπτώσεων που θα έχει στη βιομηχανία η αύξηση της τιμής του ρεύματος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την Οδηγία 29/2009 σχεδίασε δηλαδή έναν μηχανισμό υποστήριξης - αντιστάθμισης της επιβάρυνσης για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας όπως μεταλλουργία, αλουμίνιο, χαλυβουργία, χαρτί, κλωστοϋφαντουργία κ.λ.π προβλέποντας την επιδότησή τους κατά ένα ποσοστό περίπου 60% ανάλογα με την επιχείρηση και την αξιολόγησή της σε σχέση με τις βέλτιστες πρακτικές. Ωστόσο η Οδηγία καθορίζει μόνο το μέγιστο ποσό επιδότησης που μπορεί να πάρει μια εγκατάσταση και το κάθε κράτος-μέλος έχει την ευχέρεια να αποφασίσει για το ύψος και το μηχανισμό των επιδοτήσεων προς τη βιομηχανία. Επειδή η υποστήριξη θα παρέχεται από εθνικούς πόρους, δημιουργούνται μεγάλες ανισορροπίες εντός της Ευρώπης, αφού κάποιες χώρες (π.χ. Αγγλία, Γερμανία κ.λπ.), έχουν διαθέσιμους πόρους και ήδη έχουν δεσμευτεί για μέγιστη επιδότηση της βιομηχανίας τους έχοντας καθορίσει μάλιστα με ακρίβεια το μηχανισμό επιδότησης. Και εκτός από όλα αυτά για να επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής ρεύματος τα εφτά κόμματα προώθησαν ενεργητικά ή με τη σιωπή τους και μια άλλη σαμποταριστική πολιτική: Υποχρέωσαν τη ΔΕΗ να πληρώνει, δηλαδή να επιδοτεί σε πολλαπλάσιες τιμέςτο ρεύμα που έπαιρνε από τα φωτοβολταικά σε σχεση με τα λεφτά που πλήρωνε για την ντόπια λιγνιτική παραγωγή. Έτσι έβαλαν μέσα τη ΔΕΗ κατά πολλά δις πάλι πάνω στην κριση οπότε η ΔΕΗ θα απαντήσει με νέα αύξηση της τιμής του ρεύματος.

Με όλες αυτές τις εσκεμμένα καταστροφικές ενέργειες και παραλείψεις των εφτά κομμάτων ( ή μάλλον των 6 κομμάτων και της μιας δολοφονικής συμμορίας) το κόστος των ελληνικών προϊόντων θα συνεχίσει, παρά την συντριβή της αξίας της εργατικής δύναμης να είναι ψηλό, με αποτέλεσμα το έλλειμμα στο Ισοζύγιο τρεχουσών Συναλλαγών, εξαιτίας του οποίου δημιουργήθηκε το πρωτοφανές χρέος της χώρας μας, θα συνεχίζει να ψηλώνει.

Παράλληλα και η λίγη βιομηχανία που απέμεινε θα παραπαίει και θα αργοσβήνει ενώ ο λαός θα πεινάει όλο και περισσότερο..

Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στις μεταλλουργικές βιομηχανίες, στα τσιμέντα κλπ οι οποίες είναι κατά κύριο λόγο εξαγωγικές βιομηχανίες. Σε αντίθεση με την Ιρλανδία που έκανε ότι μπορούσε για να μειώσει το κόστος παραγωγής και να αυξήσει έτσι τις εξαγωγές της αποκτώντας θετικό ισοζύγιο,η Ελλάδα υπό την ηγεσία των προβοκατόρων έκανε το αντίθετο. Σύμφωνα με έρευνα του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος(ΣΒΒΕ) Τα τελευταία τέσσερα χρόνια καταγράφονται αυξήσεις 45% στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Συγκεκριμένα, το Δεκέμβριο του 2010 το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκε κατά 17% σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2009, ενώ το Δεκέμβριο του 2011 επιβλήθηκε νέα αύξηση κατά 9,5% σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2010. Παράλληλα, και σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, τον Ιούλιο του 2012 καταγράφηκε αύξηση στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας κατά 13,9%. Όπως επισημαίνεται, από την κατάσταση αυτή πλήττονται ιδιαίτερα οι εξαγωγικές βιομηχανίες, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό έχοντας μεγαλύτερο κόστος ενέργειας.

Μάλιστα, δεδομένου ότι το κόστος ενέργειας σε πολλούς κλάδους αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο στοιχείο κόστους παραγωγής μετά την προμήθεια πρώτων υλών, γίνεται αντιληπτό πόσο μεγάλης έκτασης είναι το ανταγωνιστικό μειονέκτημα των ελληνικών επιχειρήσεων στις αγορές του εξωτερικού. Πέραν όμως των αυξήσεων αυτών οι επιχειρήσεις καλούνται να πληρώσουν αύξηση στο τέλος ΑΠΕ, αύξηση στον ΕΦΚ και εισφορά ΔΕΤΕ. Είναι χαρακτηριστική η εξέλιξη του τέλους υπέρ ΑΠΕ στους καταναλωτές μέσης τάσης. Συγκεκριμένα, το τέλος ΑΠΕ από 1,69 ευρώ ανά MWh το 2011 έγινε 5,25 ευρώ στις αρχές του 2012, ενώ από τις 9 Αυγούστου αποφασίστηκε από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας για την περίοδο Αυγούστου 2012 - Αυγούστου 2013 να διαμορφωθεί σε 7,17 ευρώ ανά MWh. Αυτό σημαίνει ότι για τη μέση τάση (μεγάλη πλειοψηφία των μεταποιητικών επιχειρήσεων) ένας λογαριασμός των 2.386 ευρώ το 2011 έγινε 7.500 ευρώ στις αρχές του 2012 και πλέον διαμορφώνεται σε 10.200 ευρώ, πάντοτε για την ίδια κατανάλωση (Εξπρές, 17/9/2012).

Ταυτόχρονα με τις αυξήσεις στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε το κόστος της ενέργειας και στις υπόλοιπες που χρησιμοποιούν είτε μαζούτ, είτε φυσικό αέριο, είτε ντίζελ. Σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα, η τιμή του μαζούτ για τη βιομηχανία και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας επιβαρύνεται από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Ο φόρος αυτός είναι τρεις με πέντε φορές υψηλότερος από τον αντίστοιχο που επιβάλλεται σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο ντίζελ ο ΕΦΚ αν συγκριθεί με τις χώρες της ΕΕ, είναι περίπου 70% υψηλότερος. Σύμφωνα και με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat του Μαΐου 2012 η Ελλάδα είναι η 6η ακριβότερη χώρα μεταξύ των 27 της ΕΕ. Πρέπει να σημειωθεί ότι σχεδόν όλες οι χώρες της ΕΕ έχουν θεσμοθετήσει αρκετά χαμηλότερο ΕΦΚ στο ντίζελ για τη βιομηχανία, συγκριτικά με τον ΕΦΚ που επιβάλλουν για το ντίζελ κίνησης.

Στο φυσικό αέριο σύμφωνα με το ΣΒΒΕ τα προβλήματα στην τιμή του φυσικού αερίου αφορούν τη σύνδεσή της με αυτή του πετρελαίου, γεγονός το οποίο συνεπάγεται μεγάλες και απρόβλεπτες διακυμάνσεις της τιμής του, και, δεύτερον, στην τιμολόγησή του προς τη βιομηχανία η οποία γίνεται αν στην τιμή του διυλιστηρίου του μαζούτ χαμηλού θείου προστεθεί ο ΕΦΚ του μαζούτ και το συνολικό περιθώριο κέρδους των εταιριών μεταφοράς και διανομής. Πράγμα το οποίο οδηγεί σε πολύ υψηλή τιμή του φυσικού αερίου.

Αυτό το μεγάλο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία γίνεται με όχημα την κρατική ΔΕΗ.

Αν και το 70% περίπου της παραγωγής της ΔΕΗ προέρχεται από τους χαμηλού κόστους λιγνιτικούς και υδροηλεκτρικούς σταθμούς, των οποίων έχει την αποκλειστική εκμετάλλευση, καταρτίζει και εισηγείται τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας για την Υψηλή Τάση, από την οποία τροφοδοτούνται οι μεγάλες βιομηχανίες που δεν έχουν σχέση με το κόστος της παραγωγής από αυτήν της ηλεκτρικής ενέργειας. Με δεδομένο ότι οι βιομηχανίες είναι σχεδόν απόλυτα εξαρτημένες από τη ΔΕΗ αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι τιμές που αυτή διαμορφώνει επηρεάζουν άμεσα τις τιμές των προϊόντων τους και την ανταγωνιστικότητά τους. Σύμφωνα με άρθρο των Παπαμαντέλλου (τ. διοικητής ΔΕΗ) και Γιωτόπουλου (τ. γεν. δ/ντής Οικονομικού ΔΕΗ) στην Καθημερινή της 28-4-12: Τον τελευταίο καιρό, η στάση της ΔΕΗ απέναντι στις ελληνικές βιομηχανίες βάσης που είναι οι κύριοι πελάτες Υψηλής Τάσεως, φαίνεται να αναθεωρείται ριζικάΠαραβλέποντας το γεγονός ότι, το μεταβλητό κόστος παραγωγής των λιγνιτικών σταθμών, που αποτελούν τον βασικό κορμό του συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα (περίπου το 60%), διαμορφώνεται στην περιοχή των 30 ευρώ ανά MWh, ενώ το μεταβλητό κόστος των υδροηλεκτρικών είναι αμελητέο, επικαλείται το οριακό κόστος, δηλαδή στο κόστος που αξιώνει ο τελευταίος (ο ακριβότερος) προμηθευτής, που μπαίνει στο ελληνικό σύστημα, για να αιτιολογήσει τις εξωπραγματικές τιμές, που απαιτεί από τους βιομηχανικούς πελάτες Υψηλής ΤάσεωςΦαίνεται να αγνοούμε ότι, με το απίθανα εξωπραγματικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των 80 ευρώ ανά MWh, γιατί εκεί περίπου οδηγούν τα νέα τιμολόγια Υψηλής Τάσεως της ΔΕΗ, οι βιομηχανίες βάσεως στην Ελλάδα οδηγούνται σε οριστικό τέλοςΜεταλλουργικές βιομηχανίες, που ήδη με τα ισχύοντα τιμολόγια έχουν πρόβλημα βιωσιμότητας, με την τιμή των 80ευρώ/MWh, τίθενται εκτός αγοράς. Είναι απαραίτητο πλέον να εκλογικευθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας, εάν θέλουμε να έχουμε βιομηχανία στην Ελλάδα.

Αν και η χώρα μας διαθέτει τεράστια λιγνιτικά αποθέματα και ένα πολύ μεγάλο υδάτινο δυναμικό για υδροηλεκτρικά εργοστάσια οι πηγές αυτές ενέργειας αντί να εχουν αυξημένη συμμετοχή στην παραγωγή ηλεκτρισμού πάνω στην κρίση έχουν μειωμένη!!!

Ο πίνακας είναι από την εισήγηση του Ν. Χατζηαργυρίου Η αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα.

Και μετά οι εγκληματίες που κυβερνούν τη χώρα και τα οικονομολογικά και δημοσιογραφικά τσιράκια τους αναρωτιούνται γιατί ανεβαίνουν οι τιμές των προιόντων παρά την πείνα των εργατών. Επίσης κάνουν πως δεν ξέρουν ότι όσα και να δανειστεί η χώρα όσο και να κοπούν οι μισθοί και οι συντάξεις το χρέος θα μεγαλώνει και το κρατικό έλλειμμα ελάχιστα ή καθόλου δεν θα μειώνεται γιατί η χώρα θα παράγει όλο και λιγότερο λόγω σαμποτάζ στην παραγωγή. Τα μέτρα πείνας που επιβάλουν οι δανειστές είναι στην κύρια πλευρά συνέπεια αυτού του σαμποτάζ και μόνο στην δευτερεύουσα πλευρά το εντείνουν.